Ύστερα από πέντε μήνες πολέμου, ο Ντόναλντ Τραμπ παραμένει εγκλωβισμένος στο μεγάλο στρατηγικό δίλημμα της δεύτερης θητείας του. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν συντριπτική στρατιωτική υπεροχή έναντι του Ιράν, αλλά αυτή δεν αρκεί για να επιβληθεί μια βιώσιμη πολιτική λύση.
Όλα δείχνουν ότι, εκτός απροόπτου, για να τελειώσει αυτός ο πόλεμος θα χρειαστεί ένας συμβιβασμός. Με άλλα λόγια, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ θα πρέπει να θυσιάσει κάποιον από τους αρχικούς στόχους που είχε θέσει, όταν έμπαινε στον πόλεμο στο πλευρό του Ισραήλ.
Αν και η ιρανική πλευρά συνεχίζει να απορρίπτει τη δική του εκδοχή των γεγονότων, διατηρώντας την αβεβαιότητα γύρω από τις πραγματικές προοπτικές μιας συμφωνίας, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε νέο γύρο επαφών με την Τεχεράνη, ενώ αποκάλυψε ότι ακύρωσε την τελευταία στιγμή ένα πολύ ευρύτερο στρατιωτικό πλήγμα, εκτιμώντας ότι εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο διαπραγμάτευσης.
Η Ουάσιγκτον μοιάζει να έχει περάσει για τα καλά από τη φάση της στρατιωτικής πίεσης στη φάση της πολιτικής διαχείρισης, κάτι που όμως δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται.
Αδύνατο να επιτευχθούν όλοι οι στόχοι
Στην αρχή της κρίσης, οι αμερικανικοί στόχοι ήταν ξεκάθαροι. Να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικού όπλου από το Ιράν, να περιοριστεί το πυραυλικό του πρόγραμμα, να αποδυναμωθούν τα δίκτυα των συμμάχων του στην περιοχή, να διασφαλιστεί η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και να αποκατασταθεί η αξιοπιστία της αμερικανικής αποτροπής.
Παράλληλα, οι επανειλημμένες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ περί της βιωσιμότητας του ιρανικού καθεστώτος τροφοδότησαν τα σενάρια ότι, τουλάχιστον πολιτικά, η Ουάσιγκτον δεν θα έβλεπε αρνητικά ακόμη και μια αλλαγή εξουσίας στην Τεχεράνη.
Αποδεικνύεται ότι, με τα σημερινά δεδομένα, οι στόχοι αυτοί πολύ δύσκολα μπορούν να επιτευχθούν ταυτόχρονα. Το Ιράν εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά μέσα πίεσης, κυρίως μέσω της γεωγραφικής του θέσης και της δυνατότητάς του να διαταράσσει τις ενεργειακές ροές από τον Περσικό Κόλπο. Παράλληλα, κάθε νέα στρατιωτική κλιμάκωση αυξάνει το οικονομικό κόστος, διατηρεί σε υψηλά επίπεδα την αβεβαιότητα στις αγορές και ενισχύει τους φόβους για μια ακόμη ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση.
Η μεγάλη «θυσία»
Τα παραπάνω συνηγορούν στο ότι η επόμενη συμφωνία, εφόσον υπάρξει, δύσκολα θα ικανοποιεί όλες τις επιδιώξεις της Ουάσιγκτον. Αρκετοί αναλυτές θεωρούν πλέον πιθανό ότι μια πρώτη συμφωνία θα είναι περιορισμένη και θα επικεντρώνεται κυρίως στη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, στη μείωση της στρατιωτικής έντασης και στην αποκατάσταση ενός στοιχειώδους πλαισίου επικοινωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Αν αυτό το σενάριο επιβεβαιωθεί, τότε κάποια από τα πιο δύσκολα ζητήματα είναι πιθανό να μετατεθούν για αργότερα, όπως το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, οι βαλλιστικοί πύραυλοι, αλλά και η περιφερειακή επιρροή του Ιράν μέσω των οργανώσεων που υποστηρίζει.
Με άλλα λόγια, ο Ντόναλντ Τραμπ ίσως χρειαστεί να «θυσιάσει» τις φιλοδοξίες του για μια συνολική λύση. Θα μπορούσε να επιλέξει μια συμφωνία που θα μειώνει άμεσα τον κίνδυνο ενός γενικευμένου πολέμου, αφήνοντας όμως τα πιο σύνθετα στρατηγικά ζητήματα για μια επόμενη φάση. Μια τέτοια επιλογή θα του επέτρεπε να υποστηρίξει ότι πέτυχε αποκλιμάκωση σε μια από τις πιο επικίνδυνες εστίες έντασης στον κόσμο. Από την άλλη πλευρά, θα άφηνε ανοικτό το ερώτημα αν το βασικό πρόβλημα έχει πράγματι λυθεί ή απλώς έχει μετατεθεί για το μέλλον.
Οι ισραηλινές προειδοποιήσεις
Ενδεικτικές της κατάστασης που διαμορφώνεται είναι οι προειδοποιήσεις που διατυπώνουν δύο από τα σημαντικότερα ισραηλινά κέντρα στρατηγικών μελετών.
Το Institute for National Security Studies (INSS) υποστηρίζει ότι το Ισραήλ δεν θα πρέπει να θεωρεί δεδομένο πως οι αμερικανικοί και οι ισραηλινοί στόχοι παραμένουν απολύτως ταυτόσημοι. Σύμφωνα με το INSS, η Ουάσιγκτον ενδέχεται να δώσει προτεραιότητα σε μια συμφωνία που θα διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία των Στενών του Ορμούζ και θα περιορίζει τον κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης, ακόμη κι αν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν δεν έχει αντιμετωπιστεί οριστικά.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το Begin-Sadat Center for Strategic Studies (BESA), το οποίο εκτιμά ότι η στρατιωτική πίεση προς την Τεχεράνη κινδυνεύει να μετατραπεί απλώς σε διαπραγματευτικό εργαλείο για μια προσωρινή αποκλιμάκωση, χωρίς να επιφέρει μια συνολική στρατηγική λύση.
Στο Ισραήλ διαμορφώνεται η εκτίμηση πως η επόμενη φάση της κρίσης θα κριθεί περισσότερο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων παρά στο πεδίο των επιχειρήσεων, δηλαδή με τρόπο που δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα εξυπηρετεί τις στρατηγικές επιδιώξεις του Τελ Αβίβ.
Τα πιθανά σενάρια
Η αλήθεια είναι ότι, σε αυτό το στάδιο, οι επιλογές της Ουάσιγκτον δεν είναι πολλές. Ένα πρώτο σενάριο είναι μια περιορισμένη συμφωνία με επίκεντρο το Ορμούζ και την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, η οποία θα μπορούσε να συνοδευτεί από σταδιακή αποκλιμάκωση.
Ένα δεύτερο σενάριο προβλέπει μια ευρύτερη περιφερειακή συμφωνία, με τη συμμετοχή των χωρών του Κόλπου, που θα συνδέει την ασφάλεια των ενεργειακών οδών με αμοιβαίες δεσμεύσεις αποκλιμάκωσης.
Υπάρχει επίσης το ενδεχόμενο μιας ενδιάμεσης συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα, η οποία θα παγώνει συγκεκριμένες δραστηριότητες του Ιράν, χωρίς όμως να επιλύει οριστικά το ζήτημα.
Τέλος, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης στρατηγικής ανάσχεσης, όπου η κρίση δεν θα λήξει πραγματικά, αλλά θα παραμείνει υπό έλεγχο μέσω αποτροπής, κυρώσεων και περιοδικών διαπραγματεύσεων.
Από ισραηλινή σκοπιά, κανένα από τα παραπάνω σενάρια δεν φαίνεται να ικανοποιεί πλήρως τους στρατηγικούς στόχους της χώρας. Μια συμφωνία αποκλειστικά για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας ή μια ευρύτερη περιφερειακή αποκλιμάκωση θα μπορούσαν να περιορίσουν άμεσα την ένταση, χωρίς όμως να αντιμετωπίζουν το ζήτημα που το Ισραήλ θεωρεί θεμελιώδες, δηλαδή το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Μια μεταβατική πυρηνική συμφωνία, με αυστηρές επιθεωρήσεις και συγκεκριμένους περιορισμούς, θα μπορούσε να αποτελέσει μια αποδεκτή ενδιάμεση λύση, αλλά δύσκολα θα θεωρηθεί επαρκής ως οριστική διευθέτηση. Υπό αυτό το πρίσμα, μερίδα Ισραηλινών αναλυτών φαίνεται να προτιμά μια παρατεταμένη στρατηγική ανάσχεση, με διατήρηση της πίεσης προς την Τεχεράνη, έναντι μιας συμφωνίας που θα δημιουργούσε την αίσθηση οριστικής επίλυσης, αφήνοντας όμως άθικτες τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν.



