Σημαντικό όγκο προβλέψεων σχημάτισαν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες για δάνεια σε ελβετικό φράγκο και δάνεια σε προγράμματα μειωμένων καταβολών το 2025, προκειμένου να έχουν έναν πιο καθαρό ορίζοντα από τη φετινή χρονιά.
Τα τελευταία χρόνια, οι τράπεζες «ροκάνισαν» ένα τμήμα της υπεραπόδοσης προκειμένου να προχωρήσουν σε πωλήσεις χαρτοφυλακίων μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά και για την υιοθέτηση μέτρων κατόπιν κυβερνητικών παρεμβάσεων (πχ προμήθειες, φορέας ακινήτων, πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου») και των γραμμών καθοδήγησης του επόπτη.
Η απόφαση του SSM να λύσει, πανευρωπαϊκά, το χρονίζον θέμα δανείων (κυρίως στεγαστικά) σε προγράμματα μειωμένων καταβολών δόσης, βρήκε τις τέσσερις συστημικές με αθροιστικό άνοιγμα 4,5 δισ. ευρώ σε step-up. Ο επόπτης, όπως έπραξε και στην περίπτωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων με εγγύηση Δημοσίου, έθεσε προθεσμία ως την 31η Δεκεμβρίου 2026 για να γυρίσουν οι τράπεζες τα παραπάνω δάνεια σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Για όσα μείνουν σε πρόγραμμα μειωμένων καταβολών θα προχωρά σε εποπτική προσαρμογή.
Tην ίδια στιγμή, οι τράπεζες έχουν να διαχειριστούν και το κλιμακούμενο «κούρεμα» απαίτησης στα δάνεια σε ελβετικό φράγκο - εφόσον οι δανειολήπτες δεχθούν να το μετατρέψουν σε ευρώ με σταθερό επιτόκιο. Από το «στοκ» δανείων σε step - up, μέρος εξ αυτών αφορά δάνεια σε ελβετικό φράγκο και, υπό το πρίσμα αυτό, ενδέχεται να υπάρχει σημαντικός βαθμός επικάλυψης στην περίμετρο των προβλέψεων των τραπεζών.
Υψηλότερη ανταπόκριση σε step - up, υποτονικότητα σε ελβετικό...
Στο ήμισυ του ανεπίσημου στόχου που έχουν θέσει οι διοικήσεις των τραπεζών κινείται μέχρι στιγμής η συμμετοχή των δανειοληπτών στη μετατροπή των δανείων τους σε τοκοχρεολυτικές δόσεις από προγράμματα μειωμένων καταβολών.
Σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, περίπου το 35% των δανειοληπτών σπεύδει να μετατρέψει το δάνειό του σε τοκοχρεολυτικό, επωφελούμενο από ένα σταθερό χαμηλό επιτόκιο ή από κυμαινόμενο με πλαφόν, που προσφέρει μεγαλύτερη ορατότητα και σταθερότητα. Οι τράπεζες εκτιμούν πως σταδιακά θα υπάρξει υψηλότερη ανταπόκριση. Όσοι αρνηθούν τη μετατροπή θα παραμείνουν σε πρόγραμμα μειωμένης καταβολής δόσης, η οποία θα αυξάνεται προοδευτικά βάσει της συμφωνημένης σύμβασης, μέχρι να φθάσει σε κανονικό ύψος τοκοχρεολυτικής δόσης.
Από την άλλη πλευρά, χαμηλό «βαρομετρικό» επικρατεί στις τάξεις των δανειοληπτών ελβετικού φράγκου ως προς την αποδοχή της κυβερνητικής πρότασης. Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, η ροή αιτημάτων για ρύθμιση αυτών των δανείων παραμένει υποτονική, τάση που επιβεβαιώνεται και από το στίγμα του Συλλόγου Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου.
Όπως σημειώνει μερίδα δανειοληπτών, το «κούρεμα» απαίτησης έως 50% κατά τη μετατροπή του δανείου από ελβετικό φράγκο σε ευρώ και από κυμαινόμενο σε σταθερό επιτόκιο δεν αφορά την πλειονότητα των περιπτώσεων, καθώς οι περισσότεροι εντάσσονται στις κατηγορίες «κουρέματος» 15% - 20%. Επιπλέον, ακόμη και αυτά τα ποσοστά δεν αντανακλούν την πραγματική επιβάρυνση, καθώς υπολογίζονται επί του εναπομείναντος κεφαλαίου όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα υψηλά ποσά που έχουν ήδη καταβάλει οι δανειολήπτες λόγω της μεταβολής της ισοτιμίας.
Ένα ακόμη καίριας σημασίας ζήτημα είναι ότι όσοι αποδεχθούν την πρόταση ουσιαστικά παραιτούνται από κάθε ένδικο μέσο, συνυπογράφοντας το οριστικό κλείσιμο του «φακέλου» τους.
Από τη μία πλευρά, η πιθανή χαμηλή ανταπόκριση των δανειοληπτών αναμένεται να περιορίσει σημαντικά τον άμεσο αντίκτυπο για τις τράπεζες. Από την άλλη, το ενδεχόμενο αυτό ενδέχεται να πυροδοτήσει νέες κυβερνητικές παρεμβάσεις, καθώς η πολιτική ατζέντα εισέρχεται σταδιακά σε προεκλογικό ρυθμό, την ώρα που οι τράπεζες επιδιώκουν να κλείσουν οριστικά τα ανοικτά μέτωπα που συνδέονται με αυτά τα χαρτοφυλάκια.
Οι προβλέψεις των τραπεζών
Η Πειραιώς αναγνώρισε πρόσθετες προβλέψεις 172 εκατ. ευρώ κατά την περσινή χρήση, μέσω post model adjustments. Εξ αυτών, η τράπεζα έλαβε πρόβλεψη 57 εκατ. ευρώ για δάνεια σε ελβετικό φράγκο, μετά το θεσμικό πλαίσιο που εισήγαγε η κυβέρνηση για κούρεμα απαίτησης κατά την (υποχρεωτική) μετατροπή του δανείου από ελβετικό φράγκο σε ευρώ και από κυμαινόμενου σε σταθερό επιτόκιο. Επιπλέον, η τράπεζα αναγνώρισε PMA ύψους 115 εκατ. ευρώ, αντικατοπτρίζοντας την πρόθεση της διοίκησης να προχωρήσει σε τροποποιήσεις ορισμένων προϊόντων λιανικής με στόχο τη βελτίωση της δυνατότητας εξυπηρέτησης των δανειοληπτών και την ενίσχυση της βιωσιμότητας των όρων αποπληρωμής (step-up).
Πέραν των 172 εκατ. ευρώ που έλαβε η τράπεζα, υπήρξε και ένα διακριτό overlay (αναγνώριση επιπρόσθετων ζημιών) 54 εκατ. ευρώ προκειμένου να αντικατοπτρίσει την αυξημένη μεταβλητότητα όσον αφορά τις αναμενόμενες ανακτήσεις από ανοίγμα σε αθέτηση, υπό τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες.
Από την πλευρά της, η Alpha Bank σχημάτισε προβλέψεις 114 εκατ. ευρώ για ενήμερα τυπικά δάνεια λιανικής που τελούν σε πρόγραμμα μειωμένης καταβολής δόσης (step-up) και πρόβλεψη απομείωσης 11 εκατ. ευρώ για δάνεια σε ελβετικά φράγκα.
Η Eurobank που διαθέτει και το μεγαλύτερο όγκο δανείων σε step up, ήτοι κοντά στα 1,7 δισ. ευρώ και ελβετικό φράγκο, 1,58 δισ. ευρώ έλαβε κατά την περσινή χρήση πρόβλεψη απομείωσης περίπου 300 εκατ. ευρώ. Η τράπεζα ενσωματώνει στις παραδοχές της ποσοστό συμμετοχής δανειοληπτών, της τάξεως του 50% περίπου, αλλά και τη σχετική κατηγοριοποίησή τους. Ως αποτέλεσμα, η κάλυψη των προβλέψεων απομείωσης του ανωτέρω ελληνικού χαρτοφυλακίου λιανικής τραπεζικής σε ελβετικό διαμορφώθηκε σε 19%. Στο σενάριο όπου τα επίπεδα επικάλυψης μεταξύ δανείων σε ελβετικό και step-up είναι σημαντικά, η Eurobank θα μπορούσε με μία κίνηση να έχει διπλό όφελος.
Σημαντικά μικρότερη έκθεση, έναντι των υπολοίπων, έχει η Εθνική, τόσο σε δάνεια που βρίσκονται σε πρόγραμμα μειωμένων καταβολών, όσο και σε δάνεια ελβετικού φράγκου. Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις, η τράπεζα φαίνεται να διαθέτει περί τα 440 εκατ. ευρώ δανείων σε ελβετικό φράγκο, έναντι 183 εκατ. ευρώ το 2024. Η διαφορά αυτή ενδέχεται να συνδέεται με δάνεια private banking (τύπου lombard loan) ή shipping, τα οποία δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο ρύθμισης. Προ ετών φρόντισε να απαλλαγεί από ένα τμήμα των step-up - όπως έκανε και η Alpha - μέσω τιτλοποίησης, ενώ για όσα παρέμειναν στο χαρτοφυλάκιο των ενήμερων, αυστηροποίησε τους όρους, ώστε το ύψος των δόσεων των δανειοληπτών να αποπληρώνει κεφάλαιο.