Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) προωθείται για τον διπλασιασμό του ΕΝΦΙΑ στα κενά οικιστικά ακίνητα που έχουν στην ιδιοκτησία τους οι τράπεζες και οι servicers, ώστε να διοχετευτούν στην αγορά, εντός τους αμέσους προσεχούς διαστήματος.
Πρόκειται για μια κίνηση που είχε συνδυαστεί με την παρέμβαση στις τραπεζικές προμήθειες και την ενίσχυση του Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης Ακινήτων με 100 εκατ. ευρώ από τις τράπεζες. Ο διπλασιασμός του ΕΝΦΙΑ αναφέρεται και στο Ενιαίο Σχέδιο Κυβερνητικής Πολιτικής (ΕΣΚυΠ) για το φετινό έτος, με ορίζοντα υλοποίησης στο πρώτο τρίμηνο.
Όπως αναφέρεται στο Σχέδιο, για την ενίσχυση της προσφοράς προσιτής στέγης προβλέπονται μεταξύ άλλων η επιβολή διπλάσιου ΕΝΦΙΑ στα κενά οικιστικά ακίνητα που ανήκουν σε τράπεζες και servicers.
«Χρειάζονται παρεμβάσεις»...
Ωστόσο, από πλευράς servicers και τραπεζών έχει γίνει πολλάκις λόγος για την ανάγκη παρεμβάσεων που αφορούν τη μείωση της γραφειοκρατίας στις μεταβιβάσεις και τις εκποιήσεις ακινήτων και την άρση των καθυστερήσεων και των θεσμικών αναποτελεσματικοτήτων στην εκποίηση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Η επίλυση αγκυλώσεων που αφορούν ενδιάμεσα στάδια για τη μεταβίβαση ενός ακινήτου - που ξεκινά από τον έλεγχο για νομικά και τεχνικά ζητήματα και καταλήγει στην μεταγραφή στο υποθηκοφυλακείο - Κτηματολόγιο που διαρκεί μέχρι και δύο έτη - και η δυνατότητα τακτοποίησης ενός ακινήτου (πρόκειται για χρονοβόρες και κοστοβόρες διαδικασίες τακτοποίησης) από την πλευρά του αγοραστή (έναντι των τραπεζών - servicers) αναμένεται να επιταχύνει τις διαδικασίες διάθεσης ακινήτων από πλευράς εταιρειών διαχείρισης και τραπεζών.
Στη βάση αυτών, φαίνεται να καταγράφονται σημαντικά βήματα στο πεδίο του Κτηματολογίου, με αποτέλεσμα τη μείωση των απαιτούμενων χρόνων έως και κατά 25%. Από το 2026, η σταδιακή ενσωμάτωση των πολεοδομιών στο Κτηματολόγιο αναμένεται να συμβάλει ακόμη περισσότερο στην επιτάχυνση των διαδικασιών, όπως επισημαίνουν πηγές από πλευράς servicers.
Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων και πιστώσεων κατέχουν στα χαρτοφυλάκιά τους περί τα 20.000 ακίνητα, εκ των οποίων περίπου 10.000 είναι οικιστικά, ενώ περιορισμένο είναι το μέγεθος όσων θεωρούνται ώριμα προς διάθεση, λόγω και των παραπάνω αιτιάσεων. Τα ακίνητα αυτά θα μπορούσαν να πέσουν στην αγορά, επηρεάζοντας πτωτικά και τις τιμές, εφόσον δεν υπήρχαν προσκόμματα από το ίδιο το Δημόσιο για τις μεταβιβάσεις τους.