Βασικό εργαλείο στα χέρια των ευρωπαϊκών, και ακολούθως και των ελληνικών τραπεζών, αποτέλεσαν τα προγράμματα επαναγοράς ιδίων, προκειμένου να βελτιωθούν τα επίπεδα κεφαλαίου και να υποστηριχθεί η αύξηση των κερδών ανά μετοχή (EPS).
Με βάση τα στοιχεία της Refinitiv, κατά μέσο όρο οι ευρωτράπεζες έχουν μειώσει τον αριθμό των μετοχών τους σε κυκλοφορία κατά 7% περίπου από τα τέλη του 2020, με τις NatWest, UnicCredit, StanChart, ING και AIB να προχωρούν σε μείωση άνω του 20%.
Από την άλλη, ο εγχώριος κλάδος που εκκίνησε μόλις πέρυσι, προγράμματα επαναγοράς ιδίων (από κέρδη χρήσης 2024) κινούνται σημαντικά χαμηλότερα. Η Eurobank υπολογίζεται πως έχει μειώσει τον αριθμό μετοχών της σε κυκλοφορία κατά 1,9% περίπου, ενώ η Εθνική κατά 1%. Στην Alpha Bank υπολογίζεται αύξηση του αριθμού των μετοχών της σε κυκλοφορία κατά 49,5% σωρευτικά στην πενταετία λόγω της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου ύψους 800 εκατ. ευρώ που πραγματοποίησε το 2021. Σε υψηλότερα επίπεδα κινείται η Πειραιώς, η οποία κατά το 2020 αριθμούσε 436 εκατ. μετοχές. Κατά το 2021 πραγματοποίησε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου με reverse split 16,5:1, αυξάνοντας έτσι τον αριθμό μετοχών της στα 1,236 δισ.
Ωστόσο, η ραγδαία άνοδος των τραπεζικών αποτιμήσεων τα τελευταία χρόνια, καθιστά πλέον λιγότερο αποδοτικά τα buybacks. Ο ευρωπαϊκός τραπεζικός κλάδος διαπραγματεύεται κατά μέσο όρο στο 1,6x σε P/TBV, με τον ευρωπαϊκό νότο και τις αυστριακές τράπεζες να κινούνται στο 1,8x - 2,5x, με υψηλή απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων. Από πλευράς τους, οι τέσσερις συστημικές έχουν κλείσει τη μεγαλη «ψαλίδα», διαπραγματευόμενες κοντά στο 1,4x, με τις Εθνική - Eurobank να τραβούν υψηλότερα τον μέρο όρο (1,65x).
Από τη στιγμή που οι μετοχές των τραπεζών κινούνται σημαντικά υψηλότερα από το book value, το κίνητρο της αγοράς και ακύρωσης μετοχών φθίνει. Επιπλέον, η επαναγορά ιδίων λειτούργησε αντισταθμιστικά στην εξασθένηση των EPS (κέρδη ανά μετοχή) κατά την περίοδο υποχώρησης των καθαρών εσόδων από τόκους, συνθήκη που δεν υφίστανται πλέον. Εύλογα λοιπόν οι τράπεζες αναζητούν τρόπους βέλτιστης αξιοποίησης των πλεοναζόντων κεφαλαίων, δίνοντας ύψιστη προτεραιότητα στην οργανική ανάπτυξη.
Σύμφωνα με αναλυτές, ενώ οι δείκτες ROTE συνεχίζουν να αυξάνονται, το χαμηλότερο κόστος κεφαλαίου και τα μειωμένα αποθέματα πλεονάζοντος κεφαλαίου περιορίζουν το buyback yield σε μόλις 2,3% για το 2026, καθιστώντας τις συγχωνεύσεις και εξαγορές, με υψηλά ROIC μια πιο ρεαλιστική στρατηγική αξιοποίησης κεφαλαίων, που δημιουργεί αξία. Έμμεσα και ο επόπτης προκρίνει τρόπους ενίσχυσης του λειτουργικού μοντέλου και της κερδοφορίας των τραπεζών. Άλλωστε η υλοποίηση εξαγορών ή άλλων κινήσεων (επενδυτικά ακίνητα, επιστροφή «θεραπευμένων» δανείων και υψηλότερη πιστωτική επέκταση) μέσω αξιοποίησης του excess capital, οδηγεί δυνητικά σε υψηλότερη κερδοφορία και σε υψηλότερες διανομές.
«Ψηλώνουν» payout και μετρητά...
Οι τέσσερις συστημικές αναμένεται να προχωρήσουν σε παράλληλη αύξηση payout και ποσόστωσης της διανομής μετρητών στο συνολικό μείγμα επιβράβευσης των μετόχων, ήδη από τα κέρδη του 2026.
Για την Alpha Bank έχει νόημα η διατήρηση ενός σχετικά υψηλού buyback, από τη στιγμή που μετοχή κινείται, προς ώρας, πέριξ του 1,16x σε P/TBV. To buyback διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση των EPS της τράπεζας, καθώς στο υφιστάμενο business plan, ψηλώνει κατά 0,15 ευρώ ανά μετοχή τα EPS για το 2027, υπό το σενάριο 75% - 25% (επαναγορά - μετρητά). Ωστόσο, αναμένεται να υποχωρήσει σε επίπεδα κοντά στο 60%, όπου συνδυαστικά με μια αύξηση του payout προς το 60% για τη χρήση του 2026 θα επιφέρει σημαντικά υψηλότερη διανομή μερίσματος.
Στο στρατηγείο της Αιόλου, η αγορά εντοπίζει «upside risk» για το επίπεδο του payout. Οι εκτιμήσεις της αγοράς κάνουν λόγο για αύξηση του payout προς το 70% - 75% από την Εθνική, με το 85% αυτού να λαμβάνει τη μορφή μετρητών, έναντι 70% από τα κέρδη χρήσης 2024 (με payout 50%).
Ελαφρώς χαμηλότερα αναμένεται να κινηθεί, έναντι της Εθνικής, η Eurobank στο πεδίο της επιβράβευσης των μετόχων της. Aναλυτές αναμένουν ποσοστό διανομής επί των κερδών στο 60% για το 2026, με περαιτέρω αύξηση της διανομής μετρητών, κοντά στο 80%, από 57% που ήταν το 2024.
Στην περίπτωση της Πειραιώς μερίδα αναλυτών αρχίζει να εντοπίζει «upside risk» στο ποσοστό ανταμοιβής των μετόχων, το οποίο είχε οριοθετήσει η διοίκηση στο 50% από τα κέρδη περιόδου 2025 - 2027. Με την παρουσίαση του αναθεωρημένου business plan, η Πειραιώς πιθανολογείται πως θα προβεί σε μια ήπια αύξηση του payout προς το 55% από τα κέρδη χρήσης 2026. Η τράπεζα επανήλθε στο δρόμο των μερισμάτων από τα κέρδη χρήσης 2024, προχωρώντας σε εξ ολοκλήρου χρηματική διανομή, για να εντάξει στη συνέχεια και πρόγραμμα επαναγοράς ιδίων ύψους 100 εκατ. ευρώ (ενδιάμεση επιβράβευση).