Ελλάδα
27-07-2021 | 10:50

Πότε «έπιασαν ταβάνι» οι εκπτώσεις στα δημόσια έργα με 60%

Πότε «έπιασαν ταβάνι» οι εκπτώσεις στα δημόσια έργα με 60%
live updates: Ανανεώθηκε πριν

Το πρόβλημα των υψηλών εκπτώσεων που προσέφεραν σε δημόσιους διαγωνισμούς οι κατασκευαστικές εταιρίες τα προηγούμενα χρόνια, και λόγω της ανάγκης να διεκδικήσουν έργα σε ένα περιβάλλον περικοπών στο ΠΔΕ και μείωσης των δημοπρατήσεων, ανέδειξε η πρόσφατη μελέτη για τις υποδομές που δημοσίευσε ο ΙΟΒΕ.

Σημειώνεται ότι η αντιμετώπιση της παθογένειας των υψηλών εκπτώσεων, που συχνά οδηγούν σε… κήρυξη έκπτωτων αναδόχων, σε υπερκοστολογήσεις, καθυστερήσεις σε χρονοδιαγράμματα ή και σε ακυρώσεις διαδικασιών, αποτελεί πάγιο αίτημα των ανθρώπων του κατασκευαστικού κλάδου, αν και ενίοτε ακόμα και ισχυρά σχήματα του χώρου δεν απέφυγαν τον «πειρασμό» να δώσουν προσφορές (εκπτώσεις) 40%, 45%, 50% ή και 60%. Παράλληλα, στο υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών αναγνωρίζουν αυτό το πρόβλημα και «φιλοδοξούν» να δώσουν λύση με τον νέο νόμο (τροποποιημένος) περί δημοσίων συμβάσεων.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη μελέτη, και όσον αφορά την προηγούμενη δεκαετία, «μια έκφανση της πίεσης που προκύπτει από τη σημαντική μείωση του αριθμού των νέων έργων είναι η επικράτηση οξύτατου ανταγωνισμού στις δημοπρατήσεις έργων, ο οποίος έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του ποσοστού των εκπτώσεων». Το 2016 και το 2017 το μέσο ποσοστό έκπτωσης του τελικού ανάδοχου του έργου προσέγγισε ή ξεπέρασε το 60% σε σχέση με τον αρχικό προϋπολογισμό (60,3% και 59% αντίστοιχα), όταν για παράδειγμα το 2012 το μέσο ποσοστό έκπτωσης ήταν 37%, το 2013 ανέβηκε σε 41,3%, το 2014 σε 45,5%. Το μέσο ποσοστό έκπτωσης υποχωρεί σταδιακά από το 2018, όπου και πάλι όμως είναι στα υψηλά επίπεδα του 56,2% κατά μέσο όρο, διατηρείται στο 50,4% του 2019, φτάνοντας το 2020 στο 47,4%.

Κατά τον ΙΟΒΕ, η μικρή τάση υποχώρησης του μέσου ποσοστού έκπτωσης μπορεί να αποδοθεί στο μεγαλύτερο πλήθος των έργων, στη χρήση της δυνατότητας αιτιολόγησης από ορισμένες αναθέτουσες αρχές, στην εμπειρία που έχουν αποκτήσει οι επιχειρήσεις του κλάδου από την αδυναμία υλοποίησης των έργων που είχαν δημοπρατηθεί στο παρελθόν με μεγάλη έκπτωση, καθώς και στη μείωση του αριθμού των προσφορών λόγω εξόδου επιχειρήσεων από τον κλάδο.

Τέτοια ποσοστά έκπτωσης σημαίνουν είτε ότι τα έργα ανατίθενται ακόμα και κάτω του κόστους με προσδοκία σύναψης συμπληρωματικής σύμβασης στο μέλλον, είτε ότι ο αρχικός προϋπολογισμός του έργου δεν έχει σχέση με τις πραγματικές συνθήκες κόστους στα τεχνικά έργα.

Και ενώ από την πλευρά του πελάτη (Δημόσιο) μπορεί να θεωρείται ότι οι μεγάλες εκπτώσεις είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας του ανταγωνισμού και δημιουργούν εξοικονομήσεις για το δημόσιο ταμείο, δεν θα πρέπει να αγνοούνται οι παράπλευρες συνέπειες όπως:

  • Χρονοβόρες διαδικασίες αποπεράτωσης και αμφιλεγόμενη ποιότητα κατασκευής των έργων/μελετών.
  • Χρησιμοποίηση φθηνών εισαγόμενων υλικών και εξοπλισμού.
  • Χορήγηση των κατώτατων δυνατών αμοιβών και ασφαλιστικών κρατήσεων.
  • Αμφιβόλου ποιότητας συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας.
  • Αθέμιτος ανταγωνισμός στις υγιείς επιχειρήσεις, οι οποίες δεν μπορούν να ανταγωνιστούν προσφορές κάτω του κόστους και τελικά είτε δεν θα έχουν δραστηριότητα, είτε θα αναγκαστούν να εμπλακούν σε μία διαδικασία ζημιογόνων προσφορών που και πάλι θα τις οδηγήσει σε παύση λειτουργίας.

Η δημοπράτηση έργων με ένα υγιές κι ασφαλές σύστημα έχει επομένως τεράστια σημασία για τον κλάδο των Κατασκευών, αλλά και για την εθνική οικονομία αν ληφθεί υπόψη η στρατηγική σημασία του τομέα για την επαύξηση των δυνατοτήτων οικονομικής μεγέθυνσης και την υλοποίηση των έργων το επόμενο διάστημα, συνεχίζει η μελέτη. Ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει το ύψος των εκπτώσεων είναι οι ρυθμίσεις αναφορικά με το ύψος των εγγυήσεων που απαιτούνται για τη συμμετοχή στους διαγωνισμούς του δημοσίου. Από την ανάλυση των σχετικών στοιχείων προκύπτει ότι, πράγματι, αλλαγές στην κατεύθυνση της μείωσης των εγγυήσεων καλής εκτέλεσης συνδέονται διαχρονικά με την αύξηση του μέσου ποσοστού έκπτωσης.

Ειδικότερα, και με αναφορά στην περίοδο Ιανουαρίου 2012-Δεκεμβρίου 2020, μέχρι τον Απρίλιο του 2013 ίσχυε το απόλυτο μειοδοτικό σύστημα με κλιμακούμενα αυξημένες εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης, αναλόγως του ποσοστού έκπτωσης. Την περίοδο αυτή η μέση έκπτωση είχε διαμορφωθεί στο 37,4% του αρχικού προϋπολογισμού των έργων. Την επόμενη περίοδο, Μάιος 2013 – Αύγουστος 2014, ίσχυε το ίδιο σύστημα με πριν αλλά με μειωμένες κατά το ήμισυ τις πρόσθετες εγγυητικές επιστολές. Τότε, σημειώθηκε αύξηση στο μέσο ποσοστό έκπτωσης σε 42,9 %. Από τον Σεπτέμβριο του 2014 ίσχυσε και πάλι το απόλυτο μειοδοτικό σύστημα με κατάργηση των πρόσθετων εγγυήσεων και άνω όριο εγγυητικής καλής εκτέλεσης το 5% του συμβατικού αντικειμένου.

Την περίοδο αυτή μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2020 ο μέσος όρος των εκπτώσεων έφτασε στο 54,1%, ενώ ειδικότερα για την περίοδο μετά το 2016 το ποσοστό έκπτωσης προσέγγισε το 54,7%. Επιπλέον, οι υψηλότερες εκπτώσεις συνδέονται με αύξηση της συχνότητας έργων στα οποία αυξάνεται ο Προϋπολογισμός και ο χρόνος ολοκλήρωσης.

Από σχετική ανάλυση του ΣΤΕΑΤ (2015) προκύπτει ότι περισσότερα από τα μισά έργα που είχαν ανατεθεί με εκπτώσεις άνω του 40% παρουσίασαν καθυστέρηση στην ολοκλήρωση, ενώ περίπου 4 στα 10 έργα που είχαν ανατεθεί με εκπτώσεις άνω του 40% παρουσίασαν αύξηση του προϋπολογισμού στη διάρκεια της υλοποίησης.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.