Διεθνή
21-06-2021 | 10:21

Οι ανανεώσιμες πηγές «σκοντάφτουν» στην υψηλή ενεργειακή ζήτηση

Newsroom
Μοιράσου το
Οι ανανεώσιμες πηγές «σκοντάφτουν» στην υψηλή ενεργειακή ζήτηση
live updates: Ανανεώθηκε πριν

Πριν από μια δεκαετία, τα ορυκτά καύσιμα αντιπροσώπευαν πάνω από το 80% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στον κόσμο. Τα τελευταία δέκα χρόνια, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν αναπτυχθεί σημαντικά και έχουν τεθεί στο επίκεντρο των εθνικών πολιτικών για την επίτευξη των κλιματικών στόχων. Ωστόσο, παρά τις φιλόδοξες πολιτικές, ακόμη και σήμερα, το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και ο άνθρακας εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν πάνω από το 80% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας και η χρήση τους τελικά δείχνει να έχει μειωθεί απειροελάχιστα από 80,3% το 2009 σε 80,2% το 2019, όπως καταδεικνύει μια νέα έκθεση του REN21.

«Ερχόμαστε αντιμέτωποι με το γεγονός ότι οι υποσχέσεις της κλιματικής πολιτικής τα τελευταία δέκα χρόνια ήταν κενό γράμμα.  Το μερίδιο των ορυκτών καυσίμων στην τελική κατανάλωση ενέργειας δεν έχει μεταβληθεί», δήλωσε η εκτελεστική διευθύντρια του REN21, Rana Adib.

Αυτή είναι μια απογοητευτική σκέψη για τους λάτρεις της πράσινης ενέργειας ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι οι προσθήκες-ρεκόρ ανανεώσιμης ενέργειας κατά την τελευταία δεκαετία απέτυχαν αν εκτοπίσουν τη χρήση πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όμως, μια πιο προσεκτική θεώρηση μαρτυρά ότι αυτό ήταν αναμενόμενο καθώς η ζήτηση ενέργειας στον κόσμο συνεχίζει να αυξάνεται, ειδικά στις αναπτυσσόμενες χώρες όπου τα ορυκτά καύσιμα είναι η μόνη επιλογή για τη μαζική κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των πληθυσμών.

Τα ορυκτά καύσιμα κατέχουν τη μερίδα του λέοντος

Ενώ το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής έχει επικεντρωθεί στις φιλόδοξες δεσμεύσεις και πολιτικές για το κλίμα στις ανεπτυγμένες οικονομίες, οι χώρες με τη μεγαλύτερη αύξηση ζήτησης ενέργειας είναι οι αναπτυσσόμενες οικονομίες. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν επηρεάσει τη χρήση ορυκτών καυσίμων στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Δυτική Ευρώπη. Ωστόσο, η ζήτηση ενέργειας υπήρξε ως επί το πλείστον στάσιμη ή αυξήθηκε ελαφρά μόνο την τελευταία δεκαετία. Ταυτόχρονα, οι αναπτυσσόμενες οικονομίες στην Ασία και την Αφρική είδαν να αυξάνεται η ζήτηση ενέργειας, η οποία καλύπτεται κυρίως από πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άνθρακα. Για παράδειγμα - η Κίνα, η μεγαλύτερη αγορά ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, εγκατέστησε πέρυσι 52 gigawatts (GW) χωρητικότητας αιολικής ενέργειας, σπάζοντας το παγκόσμιο ρεκόρ για την περισσότερη αιολική χωρητικότητα που εγκαταστάθηκε σε ένα έτος από οποιαδήποτε χώρα στην ιστορία καθώς διπλασίασε την ετήσιες εγκαταστάσεις σε σύγκριση με το 2019. Ωστόσο, η Κίνα πρόσθεσε επίσης πέρυσι περισσότερη ισχύ που προέρχεται από άνθρακα από ό, τι ο υπόλοιπος κόσμος.

Όταν εξετάζουν την απορρόφηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι αναλυτές τείνουν να επικεντρώνονται στις αυξανόμενες προσθήκες ηλιακής και αιολικής ενέργειας τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις αναπτυσσόμενες οικονομίες και στο μειωμένο κόστος για τις μπαταρίες και την ηλιακή και αιολική ενέργεια. Αλλά, τείνουν να παραβλέπουν το γεγονός ότι σε παγκόσμιο επίπεδο, τον "ρυθμό" τον δίνει  η Νοτιοανατολική Ασία.

Μέτριος ο ρυθμός ανάπτυξης των ΑΠΕ

Από το 2019, η ανανεώσιμη ενέργεια αντιπροσώπευε περίπου το 11,2% της παγκόσμιας τελικής κατανάλωσης ενέργειας (από 8,7% μια δεκαετία νωρίτερα) σύμφωνα με την έκθεση της REN21.

«Παρά την τεράστια ανάπτυξη σε ορισμένους τομείς των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, το μερίδιο των ΑΠΕ αυξάνεται με μέτριο ρυθμό κάθε χρόνο. Αυτό οφείλεται στην αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση ενέργειας, στη συνεχιζόμενη κατανάλωση, στις επενδύσεις σε νέα ορυκτά καύσιμα και στην παρακμή της παραδοσιακής χρήσης βιομάζας (η οποία οδήγησε σε στροφή προς τα ορυκτά καύσιμα) », αναφέρουν οι συγγραφείς της έκθεσης.

Με πληροφορίες από το oilprice.com

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.