Δύο διορθωτικές κινήσεις στο νομοσχέδιο για την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα έφερε η κυβέρνηση, μετά τις αντιδράσεις που ήγειραν τα κόμματα της αντιπολίτευσης και οι εισαγγελικές ενώσεις.

Σε σχέση με το άρθρο 390 του Ποινικού Κώδικα που αφορά στην κακουργηματική απιστία, ξεκαθαρίστηκε πως η ποινική δίωξη του εγκλήματος της απιστίας, όταν ζημιώνεται άμεσα πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, εναρμονίζεται με την αρχή της κατ’ έγκληση δίωξης όλων των περιουσιακών αδικημάτων (απάτη, υπεξαίρεση, καταδολίευση κλπ) του ιδιωτικού τομέα και έχει ως δικαιολογητικό λόγο τον ατομικό χαρακτήρα αυτών των έννομων αγαθών. Στην πράξη αυτό σημαίνει πως μήνυση θα απαιτείται μόνο για την κακουργηματική απιστία που διαπράττεται από τραπεζικά στελέχη και πως σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ο εισαγγελέας θα μπορεί να προχωρεί σε αυτεπάγγελτες διώξεις.

Διορθωτική κίνηση επήλθε και στο ζήτημα της αποδέσμευσης του εγκληματικού προϊόντος που έχει δεσμευτεί από την Αρχή για το Ξέπλυμα Χρήματος. Σύμφωνα με τη διάταξη που κατέθεσε σήμερα στη Βουλή ο υπουργός Δικαιοσύνης Κώστας Τσιάρας, από την ψήφιση του νόμου θα προβλεφθεί ένα διάστημα τριών μηνών προκειμένου ανακριτές και δικαστικά συμβούλια να αποφασίσουν για σε ποιες υποθέσεις θα εξακολουθήσει το πάγωμα των περιουσιακών στοιχείων για ένα πρόσθετο διάστημα 18 μηνών.

Εάν αυτό το διάστημα των τριών μηνών παρέλθει άπρακτο τότε το εγκληματικό προϊόν που έχει δεσμευθεί θα επιστρέφεται.

Η πρόβλεψη αυτή είναι πιο κοντά στις συστάσεις των διεθνών οργανισμών που ζητούν να υπάρξει τελεσίδικη δικαστική απόφαση προκειμένου να ξεπαγώνουν περιουσιακά στοιχεία που έχουν δεσμευθεί για ξέπλυμα χρήματος.