Προσωπική παρέμβαση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα, αλλά και ονομαστική ψηφοφορία επί των άρθρων που αφορούν στην κακουργηματική απιστία και το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, θα έχουμε σήμερα στη Βουλή, με τις τροποποιήσεις που επιχειρεί η κυβέρνηση στα σχετικά άρθρα του Ποινικού Κώδικα να τροφοδοτούν την πολιτική αντιπαράθεση, καθώς τα κόμματα της αντιπολίτευσης βλέπουν εξυπηρέτηση επιχειρηματικών συμφερόντων πίσω από τις σχετικές διατάξεις.

Ηχηρή ήταν η χθεσινή τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα ο οποίος με ερώτηση που απηύθυνε στον πρωθυπουργό επέκρινε την κυβέρνηση ότι έχει επιλέξει να ακολουθήσει «τις πλέον επιεικείς απόψεις» σε ό,τι αφορά τα «εγκλήματα του λευκού κολάρου».

«Για ποιο λόγο αφαιρείτε από τους εισαγγελικούς λειτουργούς την αρμοδιότητα αυτεπάγγελτης δίωξης ακόμα και σε περιπτώσεις βάσιμης καταγγελίας κακουργηματικής απιστίας τραπεζικών στελεχών, τη στιγμή που δεν τεκμηριώνεται με κανένα τρόπο ότι υφίσταται δυσχέρεια στις αναδιαρθρώσεις «κόκκινων δανείων» οφειλόμενη στο ισχύον -ιδίως μετά και το ν. 4472/2017- νομοθετικό πλαίσιο και όχι στην έλλειψη βούλησης εκ μέρους των τραπεζών;», ρώτησε συγκεκριμένα ο κ. Τσίπρας τον πρωθυπουργό.

Και συνέχισε θέτοντας το εξής ερώτημα:

«Τι ωθεί την κυβέρνηση να θέσει ενιαίο χρονικό όριο στη διάρκεια της δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο υποθέσεων που αφορούν "ξέπλυμα χρήματος", ανεξάρτητα από τις ανάγκες που γεννώνται σε κάθε υπόθεση και χωρίς να προβλέπεται μεταβατική περίοδος εφαρμογής, ώστε η αλλαγή να μην αιφνιδιάσει την Αρχή;».

Να σημειωθεί πως εκπρόσωποι των δικαστικών και  εισαγγελικών ενώσεων, αλλά και  έγκριτοι νομικοί επισημαίνουν τον κίνδυνο ατιμωρησίας, αλλά και διεθνούς έκθεσης της Χώρας, καθώς δεκάδες υποθέσεις που βρίσκονται στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, της  ανάκρισης αλλά και στην ακροαματική διαδικασία, κινδυνεύουν, να ριφθούν στον κάλαθο των αχρήστων, ως ποινικά μη αξιόλογες.  Όπως αναφέρουν η Ελλάδα κινδυνεύει να εκτεθεί διεθνώς ως αναποτελεσματική στην δίωξη σοβαρότατων εγκλημάτων και ιδίως της διαφθοράς και του ξεπλύματος μαύρου χρήματος.

Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες για το θέμα έχουν ήδη ενημερωθεί οι θεσμοί, το Συμβούλιο της Ευρώπης και ο ΟΟΣΑ. Ειδικά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίζεται αντίθετη με τη διάταξη της κατ’ έγκληση δίωξης της κακουργηματικής απιστίας, καθώς είναι ασύμβατη με την ευρωπαϊκή έννομη τάξη και δεν εναρμονίζεται με το πνεύμα Κοινοτικών Οδηγιών και κανόνων.