Στην ανάγκη η ελληνική κυβέρνηση να εφαρμόσει το μεταρρυθμιστικό της πρόγραμμα το συντομότερο δυνατόν αναφέρθηκε από τις ΗΠΑ ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας σε διάλεξη στο Γέιλ σε εκδήλωση υπό την αιγίδα του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος.

Στη διάλεξη που είχε ως τίτλο «Ελλάδα στην Ευρώπη: Λόγοι για αισιοδοξία» ο κ. Στουρνάρας ανέφερε πως παρά τις όποιες καθυστερήσεις , λόγω της εφαρμογής των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής εξαλείφτηκαν πολλές μακροοικονομικές ανισορροπίες από την έναρξη της κρίσης το 2010.

«Η Τράπεζα της Ελλάδος αναμένει ότι η οικονομική δραστηριότητα θα παραμείνει σε μια θετική αναπτυξιακή τροχιά και θα αυξηθεί κατά 1,9% το 2019 (δηλαδή κατά 2,3% σε ετήσια βάση το δεύτερο εξάμηνο του 2019) και πάνω από 2% το 2020», ανέφερε ο Κεντρικός Τραπεζίτης.

Ωστόσο, υπογράμμισε πως παραμένουν σημαντικές προκλήσεις και κληροδοτήματα που συνδέονται με την κρίση (π.χ. υψηλός δείκτης δημόσιου χρέους, υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων και υψηλή μακροχρόνια ανεργία), ενώ η διαρροή εγκεφάλων και οι ελλιπείς επενδύσεις επηρεάζουν το μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό.

«Προκειμένου να περιοριστούν οι μελλοντικοί κίνδυνοι και να αντιμετωπιστούν οι εναπομένουσες προκλήσεις, η κυβέρνηση θα πρέπει να εφαρμόσει το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της το συντομότερο δυνατό. Επιπλέον, η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων αποτελεί υποχρέωση στην οποία η Ελλάδα δεσμεύεται στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας, καθώς και προϋπόθεση για την ενεργοποίηση των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους», τόνισε ο κ. Στουρνάρας.

Όπως σημείωσε, η  αυξημένη αξιοπιστία της πολιτικής μέσω της εφαρμογής μεταρρυθμίσεων, η επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και η απεμπλοκή ήδη εγκεκριμένων επενδυτικών σχεδίων θα αυξήσουν την εμπιστοσύνη της αγοράς στις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Ο κ. Στουρνάρας σημείωσε πως η επιτάχυνση της μείωσης των κόκκινων δανείων μέσω της υιοθέτησης μιας πραγματικά συστημικής λύσης θα βελτιώσει τις συνθήκες χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά καθώς και την εμπιστοσύνη της αγοράς και θα επιταχύνει τις επενδύσεις και την αύξηση του ΑΕΠ.

«Οι συνθήκες που περιγράφηκαν παραπάνω θα διευκολύνουν την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας για τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ. Αυτό, με τη σειρά του, θα μειώσει περαιτέρω το κόστος δανεισμού για την ελληνική οικονομία, ενισχύοντας έτσι την ανάπτυξη και βελτιώνοντας τη βιωσιμότητα του χρέους. Σε ένα τόσο αισιόδοξο σενάριο, οι ρυθμοί ανάπτυξης θα μπορούσαν να είναι υψηλότεροι από τις υφιστάμενες προβλέψεις, ήτοι πάνω από 3%, λόγω των αυξημένων επενδύσεων», ανέφερε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος.