Για δεκαετίες, οι χρηματιστηριακές «φούσκες» θεωρούνταν μέρος του οικονομικού κύκλου. Οι αγορές ανέβαιναν, διόρθωναν και άρχιζαν από την αρχή, με τις μεγάλες πτώσεις να αντιμετωπίζονται ως μια αναγκαία διαδικασία εκκαθάρισης των υπερβολών. Σήμερα, όμως, όλο και περισσότεροι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η εικόνα αυτή έχει αλλάξει ριζικά. Η Wall Street επηρεάζει πια τόσο άμεσα την πραγματική οικονομία και έχει αποκτήσει τόσο κεντρικό ρόλο στην ευημερία των αμερικανικών νοικοκυριών, ώστε μια παρατεταμένη πτώση των μετοχών θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να γίνει πολιτικά αποδεκτή.
Με άλλα λόγια, η αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά έχει γίνει… «too big to fail», και είναι τόσο σημαντική για την αμερικανική οικονομία ώστε να μην μπορεί να αφεθεί να καταρρεύσει.
Το wealth effect
Στις ΗΠΑ, οι μετοχές αποτελούν πλέον βασικό τμήμα του πλούτου των νοικοκυριών, των συνταξιοδοτικών αποταμιεύσεων και, ολοένα περισσότερο, της ίδιας της κατανάλωσης. Τα τελευταία στοιχεία της Federal Reserve δείχνουν ότι η καθαρή περιουσία των αμερικανικών νοικοκυριών ανήλθε σε 183 τρισ. δολάρια στο τέλος του α’ τριμήνου του 2026. Οι μετοχές –άμεσα ή έμμεσα μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων και συνταξιοδοτικών λογαριασμών– αντιστοιχούν πλέον σε περιουσιακά στοιχεία ύψους σχεδόν 65 τρισ. δολαρίων, αποτελώντας το μεγαλύτερο χρηματοοικονομικό στοιχείο του ισολογισμού των νοικοκυριών.

Στην πράξη, όταν οι τιμές των μετοχών ανεβαίνουν, οι εύποροι καταναλωτές αισθάνονται πλουσιότεροι, ξοδεύουν περισσότερο και στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα. Αντίστοιχα, μια μεγάλη χρηματιστηριακή διόρθωση δεν περιορίζεται στα χαρτοφυλάκια, αλλά μπορεί να επηρεάσει άμεσα την κατανάλωση, η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το 70% του αμερικανικού ΑΕΠ.
Γι' αυτό και αρκετοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η επίδραση του λεγόμενου wealth effect είναι σήμερα ισχυρότερη από ποτέ. Όσο μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας στηρίζεται στον πλούτο που δημιουργεί το χρηματιστήριο, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αντιμετωπιστεί μια μεγάλη πτώση ως ένα απλό επεισόδιο των αγορών.
Η «χρηματιστηριακή προεδρία» του Τραμπ
Ο Ντόναλντ Τραμπ χρησιμοποιεί συστηματικά τη Wall Street ως δείκτη επιτυχίας της οικονομικής του πολιτικής, παρουσιάζοντας τα ιστορικά υψηλά των χρηματιστηριακών δεικτών ως… απόδειξη ότι οι επιλογές του αποδίδουν.
Από τη άλλη, τέσσερα στα δέκα αμερικανικά νοικοκυριά δεν έχουν καμία έκθεση στις αγορές, γεγονός που δημιουργεί ένα εμφανές χάσμα ανάμεσα στη χρηματιστηριακή ευημερία και την καθημερινή οικονομική πραγματικότητα πολλών πολιτών. Ωστόσο, η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να διευρύνει ακόμη περισσότερο τη συμμετοχή των νοικοκυριών στις κεφαλαιαγορές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα λεγόμενα Trump Accounts, τα οποία τέθηκαν σε εφαρμογή πρόσφατα.
Το πρόγραμμα προβλέπει εφάπαξ κρατική κατάθεση 1.000 δολαρίων για κάθε παιδί που γεννιέται την περίοδο 2025-2028, με τα χρήματα να επενδύονται σε χαμηλού κόστους αμοιβαία κεφάλαια που παρακολουθούν τον δείκτη S&P 500. Στη συνέχεια, γονείς και εργοδότες μπορούν να πραγματοποιούν πρόσθετες εισφορές, δημιουργώντας έναν μακροπρόθεσμο επενδυτικό λογαριασμό για κάθε παιδί.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το πρόγραμμα ως έναν τρόπο διεύρυνσης της μετοχικής ιδιοκτησίας και δημιουργίας μιας «οικονομίας ιδιοκτητών», στην οποία περισσότεροι πολίτες θα συμμετέχουν άμεσα στην ανάπτυξη των αγορών.
Εθνική υπόθεση η Τεχνητή Νοημοσύνη
Πέραν των παραπάνω, υπάρχει ένας ακόμη παράγοντας ενισχύει την πολιτική σημασία της Wall Street. Η έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη έχει οδηγήσει σε πρωτοφανή συγκέντρωση κεφαλαίων σε λίγες μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας. Αυτή τη στιγμή, οι δέκα μεγαλύτερες εταιρείες του δείκτη S&P 500 αντιστοιχούν πλέον περίπου στο 40% της συνολικής κεφαλαιοποίησής του, ενώ οι εννέα από αυτές συνδέονται άμεσα με την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι η πορεία της χρηματιστηριακής αγοράς συνδέεται πλέον όχι μόνο με την οικονομία των νοικοκυριών, αλλά και με τη στρατηγική υπεροχή των ΗΠΑ σε ένα από τα σημαντικότερα πεδία τεχνολογικού ανταγωνισμού των επόμενων δεκαετιών.
Βεβαίως, οι αμερικανικές αρχές δεν πρόκειται να παρέμβουν για να αποτρέψουν μια πτώση των μετοχών. Ωστόσο, όλο και περισσότεροι αναλυτές επισημαίνουν ότι το κόστος μιας μεγάλης και παρατεταμένης χρηματιστηριακής κρίσης είναι σήμερα πολύ μεγαλύτερο σε σχέση με το παρελθόν. Κι αυτό, διότι οι αποτιμήσεις επηρεάζουν σε μεγαλύτερο βαθμό τις συντάξεις, την κατανάλωση, τον πλούτο των νοικοκυριών, την ανάπτυξη, αλλά και την πολιτική αξιοπιστία της κυβέρνησης.
Φωτογραφία: Getty Images / Ideal Images



