Το νέο πακέτο μέτρων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας - και δη τα οφέλη αυτού - επιχειρούν να αποκωδικοποιήσουν ο ένας μετά τον άλλο οι αναλυτές, ζυγίζοντας όλες τις παραμέτρους.

Από το «στρατηγείο» της Φρανκφούρτης ο Μάριο Ντράγκι ανακοίνωσε την Πέμπτη τη μείωση των καταθετικών επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 10 μονάδες βάσης, στο -0,50% και την επανέναρξη του Προγράμματος Ποσοτικής Χαλάρωσης (QE) με αγορές ομολόγων 20 δισ. ευρώ μηνιαίως από την 1η Νοεμβρίου.

«Το νέο πακέτο μέτρων της ΕΚΤ ενσαρκώνει το κληροδότημα του Μάριο Ντράγκι για τις μελλοντικές αποφάσεις της κεντρικής τράπεζας. Από το περίφημο ‘ό,τι χρειαστεί’ (whatever it takes) του 2012 περνάμε στο ‘για όσο χρειαστεί’ (as long as it takes) του 2019», σχολιάζει ο Carsten Brzeski, αναλυτής της ING, ωστόσο σπεύδει να επισημάνει πως «παρά τον αρχικό ενθουσιασμό των αγορών, το ερώτημα είναι ένα: Τα μέτρα της ΕΚΤ θα είναι αρκετά για να τονώσουν την ευρωπαϊκή οικονομία; Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε πως βασικό ‘καύσιμο’ για την τόνωση της οικονομίας είναι η δημοσιονομική πολιτική, όχι η νομισματική πολιτική». «Είναι ξεκάθαρο ότι χωρίς το συνδυασμό τους με μέτρα δημοσιονομικού χαρακτήρα, τα μέτρα του Ντράγκι δεν θα οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα», προσθέτει.

Σύμφωνα με τον Artur Baluszynski, επικεφαλής ερευνών της Henderson Rowe, «η μείωση των ήδη αρνητικών καταθετικών επιτοκίων είναι ένας φόρος που αυξάνεται για τις τράπεζες της Ευρωζώνης. Αντί να λύσει τα προβλήματα, μπορεί να δημιουργήσει ακόμη περισσότερα».

«Το νέο QE, το δεύτερο κατά σειρά πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ, θα έχει μικρότερο αντίκτυπο από τον πρώτο γύρο αγοράς ομολόγων. Τότε τα κόστη δανεισμού ήταν υψηλότερα και οι κίνδυνοι για την Ευρωζώνη ήταν περισσότεροι», εκτιμά από την πλευρά του ο Shweta Singh, γενικός διευθυντής της TS Lombard.

«Ο δεύτερος γύρος QE πιθανότατα θα διαρκέσει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα», προβλέπει ο Ken Wattret, επικεφαλής οικονομολόγος της IHS Markit.

«Η ΕΚΤ βρίσκεται πολύ μακριά από το στόχο του 2% για τον πληθωρισμό. Αυτό υποδηλώνει ότι η κεντρική τράπεζα δεν θα προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων πριν το 2022», εκτιμά, από την πλευρά του, ο οικονομολόγος της Berenberg Bank, Florian Hense. Σε ό,τι αφορά την πιθανή διάρκεια του νέου QE, την τοποθετεί τουλάχιστον στα δύο χρόνια. «Ίσως και περισσότερο», σημειώνει.

Με τη σειρά τους οι αναλυτές της Barclays προβλέπουν το νέο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ να διαρκέσει, τουλάχιστον, μέχρι τα τέλη του 2020.

«Το νέο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ αποτελεί ένα ισχυρό όπλο για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, καθώς θα αυξήσει τον δημοσιονομικό τους χώρο. Δεν αποκλείεται μάλιστα το νέο QE να αποτελέσει κίνητρο για τις κυβερνήσεις να δεσμευθούν για νέα δημοσιονομικά μέτρα», εκτιμά η Ana Andrade, οικονομολόγος του Economist Intelligence Unit.

Τι λέει η Standard & Poor’s

«Το νέο πακέτο μέτρων που ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί να ανακόψει την επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας, αν και η λήψη μέτρων δημοσιονομικού χαρακτήρα θα αποτελούσε πιθανότατα τον καλύτερο τρόπο για να στηριχθεί η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη», επισημαίνουν οι οικονομολόγοι της S&P Global Ratings.

«Η ΕΚΤ κινήθηκε με γνώμονα να αποφύγει κάθε πιθανότητα απογοήτευσης των αγορών, αλλά και με στόχο να μεγιστοποιήσει τα οφέλη του πακέτου μέτρων. Η ΕΚΤ χρησιμοποίησε κάθε εργαλείο που είχε στη διάθεσή της για να θωρακίσει την ευρωπαϊκή οικονομία», υπογραμμίζει η Marion Amiot, οικονομολόγος της S&P Global Ratings, υπογράφοντας την έκθεση με τίτλο «New ECB Stimulus Package Is Likely To Keep Interest Rates Low Through 2023» (Το νέο πακέτο μέτρων της ΕΚΤ μπορεί να διατηρήσει τα επιτόκια χαμηλά έως το 2023).

 «Αυτό είναι το μήνυμα που κρύβεται πίσω από το νέο πακέτο μέτρων της ΕΚΤ: Τα χαμηλά επιτόκια ήρθαν για να μείνουν… όχι μόνο βραχυπρόθεσμα, αλλά και μεσοπρόθεσμα», σημειώνεται στην έκθεση της S&P Global Ratings.

Συνεχίζοντας να αποκωδικοποιούν τα μέτρα της ΕΚΤ, οι οικονομολόγοι του οίκου επιβεβαιώνουν ότι το νέο πακέτο δεν πρόκειται να τονώσει την ανάπτυξη ή τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη, σε μεγάλο βαθμό. Οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη παραμένουν, ενώ συνεχίζουν να προέρχεται από την αδύναμη ζήτηση από το εξωτερικό και τη γεωπολιτική αβεβαιότητα που κυριαρχεί σε διεθνές επίπεδο. «Αυτούς τους κινδύνους δεν μπορεί να τους αλλάξει το πακέτο μέτρων της ΕΚΤ», τονίζει ο οίκος.

«Τα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής θα ήταν ένα πιο αποτελεσματικό φάρμακο για την τόνωση της ανάπτυξης, καθώς η νομισματική πολιτική πλησιάζει επικίνδυνα τα όριά της», σημειώνει η Amiot. «Πιθανότατα θα υπάρξει και νέα μείωση των επιτοκίων τον Δεκέμβριο, κατά 10 μονάδες βάσης, καθώς η επιβράδυνση της ανάπτυξης στην Ευρωζώνη μοιάζει μονόδρομος. Η ΕΚΤ δεν θα μπορέσει να ξεφύγει από το περιβάλλον αρνητικών επιτοκίων πριν το τέλος του 2023», καταλήγει.