Μέχρι τα τέλη του 2020 αναμένεται ότι θα ολοκληρωθεί το ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο, το οποίο ψηφίστηκε το 2010 χωρίς ποτέ να εφαρμοστεί, αν και εντάχθηκε σε μνημονιακούς νόμους, αλλά και στο ΕΣΠΑ προκειμένου να λάβει χρηματοδότηση. Για να γίνει ωστόσο αυτό πρέπει να υπάρξει νέο νομοσχέδιο που να ξεκαθαρίζει μια σειρά από ζητήματα. Αλλά ο χρόνος κατάθεσης του στη Βουλή είναι άμεσα εξαρτημένος από τις εκλογές. Και οι λόγοι που γίνεται αυτό είναι πολλοί, καθώς το e-περιουσιολόγιο δεν είναι δημοφιλές.

Στο ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο θα καταγράφεται η κάθε μορφής περιουσία των φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων. Ενδεικτικά, θα δηλώνονται στοιχεία των οποίων η αξία είναι ευχερώς προσδιορίσιμη, όπως ακίνητα, οχήματα (τροχοφόρα, εναέρια ή σκάφη), μετρητά, επενδυτικός χρυσός, τραπεζικοί λογαριασμοί.

Ωστόσο, θα περιλαμβάνει και στοιχεία των οποίων η αξία προσδιορίζεται πιο δύσκολα, όπως μετοχές, εταιρικά μερίδια, ομόλογα, έντοκα γραμμάτια, αμοιβαία κεφάλαια, συμμετοχές σε επιχειρήσεις οποιασδήποτε μορφής, καθώς και κινητά μεγάλης αξίας, όπως έργα τέχνης, πολύτιμα αντικείμενα και λοιπά τιμαλφή.

Πιθανότερο φαίνεται, σε πρώτη φάση, το περιουσιολόγιο να δομηθεί ως εργαλείο ελέγχου προσαύξησης περιουσίας κατά τη χρήση των έμμεσων τεχνικών ελέγχου, χωρίς να συνεπάγεται δηλωτικές υποχρεώσεις για τον φορολογούμενο.

Σε επόμενη φάση, τα δεδομένα που θα συγκεντρωθούν μπορεί να επιτρέψουν την επιβολή ενός «φόρου επί της περιουσίας» (wealth tax). Η μέχρι τώρα εφαρμογή του φόρου περιουσίας σε ευρωπαϊκές χώρες έχει αποδειχθεί ότι αποφέρει μικρά έσοδα. Για τον λόγο αυτόν ορισμένοι οικονομολόγοι θεωρούν τον φόρο επί της περιουσίας αναποτελεσματικό και τροχοπέδη στην οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας.

Σημαντικός αριθμός κρατών μελών του ΟΟΣΑ που εφάρμοσε παλαιότερα φόρο επί της περιουσίας τον κατήργησε λόγω της αναποτελεσματικότητάς του. Ειδικότερα, η Αυστρία τον κατήργησε το 1994, η Δανία και η Γερμανία το 1997, η Ολλανδία το 2001, η Φινλανδία, η Ισλανδία και το Λουξεμβούργο το 2006 και η Σουηδία το 2007. Η Ινδία, μια από τις ελάχιστες μη Ευρωπαϊκές χώρες που επέβαλαν φόρο στην καθαρή περιουσία των φυσικών προσώπων, τον κατήργησε το 2015.

Τυχόν επιβολή φόρου επί της περιουσίας στην Ελλάδα ενδέχεται να διογκώσει το κύμα φυγής φορολογικών κατοίκων της χώρας, καθώς οι μη κάτοικοι δεν νοείται να φορολογούνται για περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εκτός Ελλάδος. Επίσης, καθώς η χώρα μας δυστυχώς δεν θεωρείται πως διαθέτει επαρκείς περγαμηνές αξιοπιστίας ως προς το απόρρητο των φορολογικών δεδομένων, είναι εύλογη η ανησυχία των φορολογουμένων για τον κίνδυνο διαρροής αυτών και κατ’ επέκταση την γνώση της ακριβούς περιουσιακής κατάστασης του καθενός (και των ειδικότερων στοιχείων από τα οποία αυτή απαρτίζεται) από οποιονδήποτε, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Σύμφωνα με την  Grant Thornton Greece εάν επιβληθεί νέος φόρος επί της περιουσίας στην Ελλάδα, είναι προφανές ότι θα αντικαταστήσει τον ΕΝΦΙΑ. Δεν είναι όμως ακόμη γνωστό ποια «αξία της περιουσίας» τελικά θα καταχωρείται στο περιουσιολόγιο. Ανάλογα με τον απώτερο σκοπό του περιουσιολογίου, θα καθορισθεί εάν η περιουσία θα δηλωθεί με την τρέχουσα αξία ή την αξία κτήσης. Εάν στόχος είναι η επιβολή φόρου περιουσίας, τα περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει να δηλώνονται σε τρέχουσα αξία, η οποία, με κάποιον τρόπο, θα πρέπει να επαναπροσδιορίζεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Αντίθετα, εάν σκοπός είναι η εξεύρεση της φοροδιαφυγής, θα πρέπει να δηλώνεται η αξία κτήσης, προκειμένου να είναι εφικτές οι διασταυρώσεις.

Ζήτημα προκύπτει και ως προς τη μέθοδο αποτίμησης της τρέχουσας αξίας της περιουσίας, που θα πρέπει να δηλωθεί, ειδικά αναφορικά με μετοχές και λοιπές κινητές αξίες που δεν είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο, μικρές επιχειρήσεις, σκάφη, αυτοκίνητα, έργα τέχνης, τιμαλφή κλπ..

Λόγω του περιουσιολογίου είναι πολύ πιθανό να καταργηθεί η φορολόγηση βάσει τεκμηρίων. Δεδομένου ότι θα προκύπτει πλήρης εικόνα των περιουσιακών στοιχείων και οποιαδήποτε προσαύξηση περιουσίας θα εντοπίζεται εύκολα, τα τεκμήρια μάλλον θα πάψουν να είναι χρήσιμα.