Την άμεση υλοποίηση του εθνικού φακέλου υγείας εξαγγέλλει σε συνέντευξή του στο Πρακτορείο Fm ο Γενικός Γραμματέας Υπηρεσιών Υγείας Γιάννης Κωτσιόπουλος, επισημαίνοντας ότι θα γίνει σε συνεργασία με την ψηφιακή διακυβέρνηση και θα αφορά στη διασύνδεση όλων των πληροφοριακών συστημάτων των νοσοκομείων, με πρώτο κομμάτι τη διασύνδεση των εργαστηριακών εξετάσεων, είτε από τον ιδιωτικό είτε από το δημόσιο τομέα, που θα είναι έτοιμο πριν από το τέλος του έτους.

«Ο εθνικός ηλεκτρονικός φάκελος υγείας στους επόμενους μήνες θα περιλαμβάνει σε πρώτο στάδιο τις βιοχημικές και αιματολογικές εξετάσεις, καθώς και κάποια βασικά κλινικά έγγραφα, όπως τα εισιτήρια και τα εξιτήρια των νοσοκομείων». Παράλληλα, όπως αναφέρει ο Γενικός Γραμματέας θα υπάρχει πρόβλεψη για την παροχή οικονομικών κινήτρων για την διασύνδεση των επιμέρους πληροφοριακών συστημάτων, αλλά και κυρώσεις για τους φορείς που δεν συμμορφώνονται.

«Θα φτάσουμε πολύ κοντά στις 1.200 κλίνες ΜΕΘ, δηλαδή στις 12 κλίνες ανά 100.00 κατοίκους»

Όσον αφορά τις ΜΕΘ και την ετοιμότητα του συστήματος για ένα δεύτερο κύμα κορονοϊού ο κ. Κωτσιόπουλος λέει, σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ, ότι μέσα στους επόμενους 3-6 μήνες η Ελλάδα θα φτάσει και ίσως ξεπεράσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (11,5 κρεβάτια ανά 100.000 κατοίκους). «Πιστεύουμε ότι με το στρατηγικό σχεδιασμό μας θα φτάσουμε πολύ κοντά στις 1.200 κλίνες ΜΕΘ, δηλαδή στις 12 κλίνες ανά 100.00 κατοίκους. Είμαστε σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τον Ιανουάριο, και θα είμαστε σε ακόμη καλύτερη κατάσταση στους επόμενους μήνες».

Ο Γενικός Γραμματέας Υπηρεσιών Υγείας αναφέρεται και σε σημαντικές πτυχές του νομοσχεδίου «Ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας και ίδρυση του Οργανισμού Διασφάλισης της Ποιότητας στην Υγεία Α.Ε. (ΟΔΙΠΥ Α.Ε.)» το οποίο είναι σε διαβούλευση έως τις 13 Ιουλίου και έχει τη δική του επιμέλεια σε συνεργασία με τους κυρίους Κικίλια και Κοντοζαμάνη.

«Σκοπός είναι να ενισχυθεί το αίσθημα της ασφάλειας των ασθενών, μέσω ενός οργανισμού ο οποίος για λογαριασμό τους θα προσπαθήσει να κρατήσει τα στάνταρ της νοσηλείας και της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας, σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο», τονίζει.