Και οι δύο τράπεζες που ανταγωνίζονται για τον τίτλο της μεγαλύτερης επενδυτικής τράπεζας της Ευρώπης – η γερμανική Deutsche Bank και η βρετανική Barclays- βρίσκονται σε φάση υποχώρησης. Όμως μερικές φορές οι καλύτερες ευκαιρίες έρχονται μόνο όταν κάποιος πηγαίνει ενάντια στο ρεύμα. Αυτή τη στιγμή, που τα περισσότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα φεύγουν από αγορές, απολύουν προσωπικό και μειώνουν τις δραστηριότητες τους, δίνεται η ευκαιρία σε κάποια γενναία ψυχή να δημιουργήσει έναν Ευρωπαίο πρωταθλητή.

Η Deutsche Bank, εντός της επόμενης τριετίας, θα κλείσει τα υποκαταστήματα της σε 10 χώρες και θα περικόψει 26.000 θέσεις εργασίας. Επιπλέον για δύο χρόνια δεν θα διανείμει μέρισμα και θα μειώσει τα έξοδα της κατά 3,8 δισ. ευρώ. Η Barclays περικόπτει αντίστοιχες  θέσεις εργασίας στο ίδιο χρονικό διάστημα, καθώς ο Διευθύνων Σύμβουλος της Jes Staley εφαρμόζει αυτό που ονομάζει «απαραίτητες αλλαγές» στις δραστηριότητες της επενδυτικής τράπεζας.

Το παρακάτω διάγραμμα συγκρίνει τις φετινές δραστηριότητες των μεγαλύτερων τραπεζών στις βασικές αγορές χρηματοδότησης: Διαχείριση ομολόγων, παροχή δανείων και αγοράς μετοχών.

Η δραστηριότητα της JP Morgan στο τομέα των δανείων ξεπερνάει τις συνδυασμένες δραστηριότητες της Deutsche Bank, της Barclays και της HSBC. Αντίστοιχα, στο τομέα των μετοχών η Goldman έχει μεγαλύτερη δραστηριότητα από αυτή των Deutsche Bank και Barclays. Αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, σε λίγο δεν θα υπάρχει ούτε μια ευρωπαϊκή τράπεζα «ελαφρών βαρών», πόσο μάλλον ένας οργανισμός «βαρέων βαρών» που θα μπορεί να σταθεί απέναντι στις μεγάλες επενδυτικές τράπεζες των ΗΠΑ.

Αυτό δεν είναι ένα ζήτημα εθνικής η «ηπειρωτικής» υπερηφάνειας. Αφορά την ανάγκη της ηπείρου να διαθέτει τις απαραίτητες οικονομικές υποδομές. Όπως έχουν τα πράγματα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και εταιρείες πρέπει να στηρίζονται στη καλοσύνη των (Αμερικανών) ξένων για να καλύψουν οποίες ανάγκες σχετικά με τις αγορές κεφαλαίων μπορεί να έχουν.

Η απόφαση της Credit Suisse να σταματήσει την λειτουργία της ως βασικός διαπραγματευτής στην Ευρώπη, μειώνει τον αριθμό των τραπεζών που μπορούν να εξασφαλίσουν την ομαλή λειτουργία της αγοράς δημοσίου χρέους. Έτσι, πολλές χώρες στηρίζονται ολοένα και περισσότερο στις αμερικανικές τράπεζες για να καλύψουν τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες.

Και αυτό δεν είναι πρόβλημα, μέχρι τη στιγμή που θα γίνει πρόβλημα. Είναι αδύνατον να προβλέψει κανείς πότε μια ρυθμιστική παρέμβαση από τις ΗΠΑ μπορεί να οδηγήσεις τις τράπεζες που εδρεύουν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού να αποτραβηχτούν από την Ευρώπη. Μπορεί όταν έρθει εκείνη η στιγμή να μην υπάρχει τοπικά η τεχνογνωσία για να καλυφθεί το κενό. Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Societe Generale και Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Τραπεζών Frederic Oudea συνόψισε τις επιπτώσεις αυτού του φαινομένου σε άρθρό του στους Financial Times στις 11 Οκτωβρίου:

«Θέλει η Ευρώπη να έχει τις δικές της επενδυτικές τράπεζες που θα μπορούν να λειτουργούν ομαλά στις κεφαλαιαγορές; Η μήπως οι ευρωπαϊκές χώρες δεν έχουν πρόβλημα να στρέφονται εκτός Ευρώπης για επενδυτικές τράπεζες που θα μπορούν να χρηματοδοτήσουν τον δανεισμό τους; Είναι διατεθειμένες να υποχρεώσουν τις Ευρωπαϊκές εταιρείες να εξαρτώνται αποκλειστικά σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εκτός Ευρώπης για τις ανάγκες τους;»

Υπάρχει μια λύση για αυτό το πρόβλημα αλλά δεν είναι εύκολη: «Αν κάποιος ήθελε να δημιουργήσει μια πρωταθλήτρια επενδυτική τράπεζα στην Ευρώπη, θα έπρεπε να συνδυάσει τους βραχίονες επενδυτικής τραπεζικής των βασικών 'παιχτών' αλλά θα έπρεπε να είναι προετοιμασμένος για όλα και με ισχυρή πολιτική κάλυψη», δήλωσε επίσης στους Financial Times ο Πρόεδρος της Barclays, John McFarlane.

H έλλειψη ενδιαφέροντος από μεριάς των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για την επενδυτική τραπεζική οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις αυξανόμενες ρυθμίσεις και τα ιδιαίτερα υψηλά κεφαλαιακά απαιτούμενα. Το πεδίο είναι ανοιχτό για όποιον θέλει να ενώσει τα κομμάτια των γερμανικών, γαλλικών, βρετανικών και ελβετικών τραπεζών για να δημιουργήσει έναν οργανισμό που θα μπορέσει πραγματικά να ανταγωνιστεί τα αμερικάνικα «μαμούθ». Παρόλο που η Ευρώπη επιθυμεί τον διαχωρισμό της λιανικής τραπεζικής από την λεγόμενη και καζινό-τραπεζική καμία ευρωπαϊκή ρυθμιστική Αρχή δεν θέλει να επιβλέπει έναν χρηματοπιστωτικό οργανισμό που είναι «πολύ μεγάλος για να καταρρεύσει».

Όμως, η εναλλακτική, δηλαδή η έλλειψη ευρωπαϊκής τράπεζας με τα απαραίτητα στοιχεία που θα μπορεί να καλύπτει τις ανάγκες της ηπείρου, είναι χειρότερη.