Για πολλές δεκαετίες το γερμανικό πρότυπο διαβίωσης ήταν συνδεδεμένο με την έννοια του λιτού τρόπου ζωής, σχεδόν «σπαρτιατικού» θα μπορούσε να πει κανείς. Πρόκειται για ένα πρότυπο το οποίο ενθάρρυνε η Γερμανίδα καγκελάριος, Angela Merkel, η οποία αποτελεί, όπως είναι γνωστό, μια ένθερμη υποστηρίκτρια του ρητού «παν μέτρον άριστον».

Αυτή η πολιτική όμως, η οποία ουσιαστικά αντικατοπτρίζεται και στη στάση ζωής των Γερμανών, τείνει να αλλάξει. Το ίδιο και το μεταπολεμικό γερμανικό οικονομικό «θαύμα», γνωστό και ως Wirtschaftswunder (κατ’ άλλους «θαύμα του Ρήνου», το οποίο αναφέρεται στην επιτυχία της Δυτικής Γερμανίας και της Αυστρίας να επανέλθουν γρήγορα σε τροχιά ανάπτυξης μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο) ακολουθώντας την αρχή της κοινωνικής οικονομίας.  Και όπως είναι γνωστό, αυτό το «θαύμα» οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αποτυχία των μισθών των εργατών να «συμβαδίσουν» με την παραγωγικότητα (χαμηλό εργατικό κόστος και αυξημένη, ανταγωνιστική παραγωγή).

Σήμερα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το ποσοστό της ανεργίας για την μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης είναι ιδιαίτερα χαμηλό ενώ οι μισθοί έχουν αυξηθεί.  Αυτή η νέα πραγματικότητα έχει οδηγήσει πολλούς αναλυτές να κάνουν λόγο για στροφή της οικονομίας από τον τομέα των εξαγωγών στον τομέα της εσωτερικής κατανάλωσης.

Σύμφωνα με τον κ. Hans-Werner Sinn, πρόεδρο του γερμανικού Ινστιτούτου Ifo, «η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει ο βασικός πυλώνας ανάπτυξης για το 2016 αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι τα εισοδήματα εξακολουθούν να αυξάνονται ως αποτέλεσμα των βελτιωμένων συνθηκών στην αγορά εργασίας».

Ο «ασθενής της Ευρώπης»

Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι όλοι πεπεισμένοι ότι πρόκειται για μια επερχόμενη διαρθρωτική αλλαγή, η οποία θα εγκαταλείψει τυχόν κατάλοιπα του μερκαντιλισμού, ο οποίος κυριάρχησε στη γερμανική οικονομία τα τελευταία χρόνια. Και αυτό συμβαίνει γιατί ακόμη και αν η εικόνα που βγάζει σήμερα η Γερμανία «προς τα έξω» σχετίζεται με μια ισχυρή οικονομία, η οποία κατάφερε να αυξήσει το ΑΕΠ της σε περίοδο που οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης πάλευαν να εξέλθουν από την οικονομική κρίση, η χώρα έχει άλλη μία «ετικέτα» όχι και τόσο κολακευτική. Πολλοί την θεωρούν ως τον «ασθενή της Ευρώπης»  βασιζόμενοι στην περίοδο 1998-2005 όπου κατέγραψε μικρή ανάπτυξη (στο 1,2%) και αύξηση της ανεργίας, η οποία σκαρφάλωσε σε διψήφιους αριθμούς.

Tην εξέλιξη αυτή είχαν προετοιμάσει άλλα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν.  Το 1980 στη Δυτική Γερμανία, τα εργατικά σωματεία και η αυστηρή νομοθεσία που ίσχυε στην αγορά εργασίας συντέλεσαν στο να διατηρηθούν οι μισθοί σε υψηλά επίπεδα ενώ από την άλλη η ανεργία βρισκόταν γύρω στο 8%. Αυτό, με απλά λόγια, σήμαινε ότι η βιομηχανία της Δυτικής Γερμανίας γινόταν λιγότερο ανταγωνιστική καθώς τα εργατικά κόστη ήταν υψηλά και δυσανάλογα με την παραγωγικότητα ενώ ταυτόχρονα η υφιστάμενη νομοθεσία «έκλεινε» ουσιαστικά τις πόρτες σε νεοεισερχόμενους εργάτες στην αγορά.

Κατά την επόμενη δεκαετία, το 1990, με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και την επανένωση της Γερμανίας, τα πράγματα άρχισαν και πάλι να αλλάζουν.  Η περίοδος 1993-2003 ήταν μια περίοδος σκληρής προσαρμογής  και στοίχισε στη Δυτική Γερμανία περίπου 900 δισ. δολάρια για να ρυθμίσει το πλαίσιο που θα της επέτρεπε να γίνει και πάλι ανταγωνιστική (κάτι το οποίο πέτυχε μέσα στα επόμενα 20 χρόνια). 

Ωστόσο, παρά την επιστροφή στην ανάπτυξη, η ανεργία παρέμενε υψηλή και για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα υιοθετήθηκε μια πολιτική συγκράτησης των μισθών. Όπως αναφέρει ο κ. Peter Bofinger, μέλος του Γερμανικού Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, «τον Ιανουάριο του 2000 οι εμπορικές ενώσεις και οι σύνδεσμοι εργαζομένων εξέφρασαν την απαίτηση να μην συνδέεται η ανάπτυξη της παραγωγικότητας με την αύξηση στους πραγματικούς μισθούς αλλά με ενέργειες προκειμένου να αυξηθεί η απασχόληση».  Και προσθέτει ότι «ουσιαστικά η πολιτική συγκράτησης των μισθών αποτελεί μια  φανερή προσπάθεια να μειωθεί η εσωτερική αγοραστική δύναμη».

Κατά την περίοδο της πρόσφατης οικονομικής κρίσης η Γερμανία βασίστηκε στις εξαγωγές και κατάφερε να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά της σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Και ενώ όλα τα υπόλοιπα κράτη της Ευρωζώνης σημειώνουν ποσοστά ανεργίας πάνω από το 10%,  στη Γερμανία, το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπερνά το 4,5% σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία. Η ζήτηση για εργατικό δυναμικό εξακολουθεί να είναι ισχυρή ενώ στο προσκήνιο έχει επανέλθει το θέμα της αύξησης ων μισθών.

Και οι προσπάθειες των σωματείων προς αυτή την κατεύθυνση έχουν στεφθεί μέχρι στιγμής με επιτυχία καθώς οι πραγματικοί μισθοί ακολουθούν ανοδική πορεία κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα της Γερμανίας παρατηρείται αναζωπύρωση της ζήτησης για εσωτερική κατανάλωση και αυτό δημιουργεί ελπίδες ότι η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή ζήτησης για προϊόντα που θα προέρχονται από τα πιο «αδύναμα» κράτη-μέλη της Ευρωζώνης.

Η αντιπληθωριστική πολιτική της Γερμανίας, «λυδία λίθος» της μεταρρύθμισης

Ωστόσο, η αύξηση των μισθών δεν αποτελεί για πολλού ένδειξη ότι θα αυξηθεί και η εσωτερική κατανάλωση. Όπως υποστηρίζει ο Simon Tilford, διευθυντής του Κέντρου για την Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση, «η πρόσφατη βελτίωση των πραγματικών μισθών προέρχεται από την μείωση του πληθωρισμού και δεν γνωρίζουμε αν θα εξακολουθήσει να ισχύει σε περίπτωση που ο πληθωρισμός αρχίσει να αυξάνεται». Παράλληλα, διατυπώνει τις επιφυλάξεις του σχετικά με την πολιτική που θα ακολουθήσει η γερμανική κυβέρνηση-η οποία κατά το παρελθόν έχει ακολουθήσει κυρίως αντιπληθωριστικές πολιτικές- προκειμένου να αυξήσει την καταναλωτική δαπάνη μέσα από την αύξηση των τιμών.