Με τις φυσικές καταστροφές να εξελίσσονται πλέον σε μόνιμη οικονομική και κοινωνική πίεση για τη χώρα, το κράτος επιχειρεί να περάσει σε ένα πιο σταθερό μοντέλο χρηματοδότησης αποζημιώσεων, αποκαταστάσεων και έργων πρόληψης. Την Πέμπτη συνεδριάζει η Κυβερνητική Επιτροπή Κρατικής Αρωγής για το Ειδικό Πρόγραμμα Αντιμετώπισης και Αποκατάστασης Φυσικών Καταστροφών 2026-2030, συνολικού ύψους 800 εκατ. ευρώ, σε μια περίοδο όπου οι ανάγκες πριν και μετά από φωτιές, πλημμύρες και ακραία καιρικά φαινόμενα αυξάνονται συνεχώς.
Η συζήτηση γίνεται ενώ η χώρα εξακολουθεί να μετρά τις συνέπειες των μεγάλων καταστροφών των τελευταίων ετών. Από τις πλημμύρες στη Θεσσαλία και τις πυρκαγιές στον Έβρο μέχρι τις συνεχείς ζημιές σε υποδομές, το κόστος για το Δημόσιο, τις περιφέρειες και τους δήμους ανεβαίνει διαρκώς, την ώρα που αυξάνεται και η πίεση για ταχύτερες αποζημιώσεις και πιο μόνιμες παρεμβάσεις προστασίας.
Όπως προβλέπει το επίσημο πλαίσιο του προγράμματος, το σχήμα αφορά έργα αποκατάστασης, πρόληψης και κρατικής αρωγής σε περιοχές που πλήττονται από φυσικές καταστροφές και εντάσσεται στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030.
Το πρόγραμμα δεν δημιουργείται τώρα για πρώτη φορά. Αποτελεί συνέχεια του αντίστοιχου Ειδικού Προγράμματος Φυσικών Καταστροφών της περιόδου 2021-2025, μέσω του οποίου χρηματοδοτήθηκαν αποκαταστάσεις υποδομών, έργα προστασίας και κρατική αρωγή μετά από πυρκαγιές, πλημμύρες και άλλες μεγάλες φυσικές καταστροφές σε πολλές περιοχές της χώρας. Αυτό που αλλάζει πλέον είναι η νέα πενταετής περίοδος χρηματοδότησης και η προσπάθεια να υπάρχει πιο σταθερή και οργανωμένη χρηματοδότηση για έργα πρόληψης και αποκατάστασης.
Τα τελευταία δύο χρόνια το βάρος για τα δημόσια οικονομικά έχει αυξηθεί αισθητά. Μόνο μετά τις πλημμύρες Daniel είχαν καταγραφεί δεκάδες χιλιάδες αιτήσεις κρατικής αρωγής μέσω των ηλεκτρονικών πλατφορμών της ΑΑΔΕ, ενώ συνεχίζονται ακόμη και μέσα στο 2026 ειδικά μέτρα στήριξης για πληγέντες πολίτες και επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με τους σχεδιασμούς του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, τα χρήματα του προγράμματος μπορούν να κατευθυνθούν σε αποκατάσταση κατεστραμμένων δρόμων, γεφυρών και δικτύων ύδρευσης, σε αντιπλημμυρικά έργα, καθαρισμούς ρεμάτων, αντιδιαβρωτικές και αντιπυρικές παρεμβάσεις, αλλά και σε έργα προστασίας οικισμών και κρίσιμων ενεργειακών ή υδρευτικών υποδομών.
Προβλέπεται επίσης χρηματοδότηση για συστήματα πολιτικής προστασίας, τεχνολογικό εξοπλισμό, μέσα έγκαιρης προειδοποίησης και έργα που συνδέονται με την πρόληψη πριν από μια καταστροφή και όχι μόνο με την αποκατάσταση μετά από αυτήν.
Η πίεση δεν αφορά μόνο τις αποζημιώσεις προς πολίτες και επιχειρήσεις. Δήμοι και περιφέρειες βρίσκονται αντιμέτωποι με μεγάλες ανάγκες αποκατάστασης βασικών υποδομών, από αγροτικούς δρόμους και δίκτυα ύδρευσης μέχρι αντιπλημμυρικά έργα που έμειναν ημιτελή μετά από προηγούμενες θεομηνίες. Στην Ηλεία, για παράδειγμα, έχει ήδη προαναγγελθεί χρηματοδότηση περίπου 36 εκατ. ευρώ για αποκαταστάσεις μετά τις πρόσφατες κακοκαιρίες.
Ταυτόχρονα, ανοίγει η συζήτηση και για το κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί πλέον να στηρίζεται μόνο σε έκτακτες παρεμβάσεις κάθε φορά που συμβαίνει μια μεγάλη καταστροφή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί προειδοποιούν τα τελευταία χρόνια ότι το κόστος από την κλιματική κρίση αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό από τις δυνατότητες πολλών κρατικών προϋπολογισμών να το καλύψουν.
Η λέξη που κυριαρχεί πλέον σε όλα τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία είναι η «ανθεκτικότητα». Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι υποδομές που αποκαθίστανται δεν θα πρέπει απλώς να επιστρέφουν στην προηγούμενη κατάστασή τους, αλλά να μπορούν να αντέχουν σε πιο ακραία φαινόμενα τα επόμενα χρόνια.
Στην πράξη, πάντως, το μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο το ύψος των κονδυλίων αλλά η ταχύτητα με την οποία μπορούν να μετατραπούν σε πραγματικά έργα. Γιατί στην Ελλάδα, ακόμη και όταν υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι, οι καθυστερήσεις σε μελέτες, εγκρίσεις και αδειοδοτήσεις συχνά μεταφέρουν τις αποκαταστάσεις μήνες ή και χρόνια μετά την καταστροφή.
Η συνεδρίαση της Πέμπτης θεωρείται ουσιαστικά η πρώτη μεγάλη δοκιμασία για το πώς θα λειτουργήσει στην πράξη η νέα περίοδος του προγράμματος, την ώρα που η χώρα μπαίνει ήδη σε μία ακόμη δύσκολη αντιπυρική περίοδο με υψηλό δείκτη κινδύνου σε πολλές περιοχές.



