Η απόφαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να αποχωρήσουν από τον ΟΠΕΚ και τον ΟΠΕΚ+ βασίστηκε στο οικονομικό όραμα της χώρας και όχι σε πολιτικούς λόγους, δήλωσε ο υπουργός Ενέργειας της χώρας.
«Η απόφαση αυτή ελήφθη έπειτα από μια συνολική αξιολόγηση της εθνικής πολιτικής παραγωγής και των μελλοντικών δυνατοτήτων της και βασίζεται αποκλειστικά στο εθνικό συμφέρον των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, στην ευθύνη τους ως αξιόπιστου προμηθευτή ενέργειας και στη σταθερή δέσμευσή τους για τη διατήρηση της σταθερότητας της αγοράς», ανέφερε ο Suhail Mohamed Al Mazrouei σε ανάρτησή του στο X.
Τα Εμιράτα ανακοίνωσαν νωρίτερα αυτόν τον μήνα ότι θα αποχωρήσουν από την ομάδα παραγωγών ΟΠΕΚ, της οποίας ήταν μέλος από το 1967, ακόμη και πριν από την ίδρυση των ΗΑΕ.
«Η απόφαση αυτή δεν βασίζεται σε πολιτικές σκοπιμότητες ούτε αντικατοπτρίζει την ύπαρξη οποιωνδήποτε διαφωνιών μεταξύ των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και των εταίρων τους», δήλωσε ο Mazrouei.
Η αποχώρηση «αντιπροσωπεύει μια κυρίαρχη και στρατηγική επιλογή που πηγάζει από το μακροπρόθεσμο οικονομικό όραμα της χώρας, την εξέλιξη των δυνατοτήτων της στον ενεργειακό τομέα και τη σταθερή δέσμευσή της για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια», δήλωσε ο υπουργός Πετρελαίου.
Πριν από τον πόλεμο, τα ΗΑΕ παρήγαν λίγο πάνω από 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως - γενικά σε ευθυγράμμιση με τους στόχους του ΟΠΕΚ+. Το Άμπου Ντάμπι είχε θέσει ως στόχο παραγωγική ικανότητα 4,9 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως. Τώρα, λόγω του πολέμου, τα ΗΑΕ παράγουν μεταξύ 1,8 και 2,1 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα.
Τα ΗΑΕ ήταν το πιο ισχυρό μέλος του ΟΠΕΚ μετά τη Σαουδική Αραβία. Ήταν ένα από τα λίγα μέλη, μαζί με τη Σαουδική Αραβία, που διέθεταν σημαντική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα ώστε να επηρεάζουν τις τιμές και να ανταποκρίνονται σε διαταραχές της προσφοράς, δήλωσε στο CNBC ο Jorge León, επικεφαλής γεωπολιτικής ανάλυσης στη Rystad Energy, μετά την ανακοίνωση της απόφασης των ΗΑΕ.
Η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα είναι η ανενεργή παραγωγή που μπορεί να τεθεί γρήγορα σε λειτουργία για την αντιμετώπιση μεγάλων κρίσεων. Η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ ελέγχουν μαζί το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας, που ξεπερνά τα 4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, γεγονός που τα καθιστά ιδιαίτερα επιδραστικά σε περιόδους κρίσης.
Οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν την Παρασκευή, λόγω εικασιών ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ πιθανότατα θα στρέψει ξανά την προσοχή του στη στάσιμη σύγκρουση με το Ιράν, μετά την αποχώρησή του από σύνοδο κορυφής στην Κίνα με τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ.
Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Brent για τον Ιούλιο, που αποτελούν διεθνές σημείο αναφοράς, ενισχύθηκαν περισσότερο από 3% και έκλεισαν στα 109,26 δολάρια το βαρέλι. Τα αμερικανικά συμβόλαια West Texas Intermediate για τον Ιούνιο αυξήθηκαν πάνω από 4%, κλείνοντας στα 105,42 δολάρια ανά βαρέλι.
Οι τιμές του Brent έχουν αυξηθεί κατά 74% από την αρχή του έτους, αλλά παραμένουν χαμηλότερες από το υψηλό των 118 δολαρίων ανά βαρέλι που καταγράφηκε στα τέλη Απριλίου.
Επίσης την Παρασκευή, το Άμπου Ντάμπι ανακοίνωσε ότι επιταχύνει την κατασκευή του νέου αγωγού Δύσης-Ανατολής προς τη Φουτζέιρα, καθώς επιδιώκει να επεκτείνει την εξαγωγική του ικανότητα πετρελαίου και να παρακάμψει το στρατηγικό πέρασμα των Στενών του Ορμούζ.
Το έργο, το οποίο αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία το 2027, θα διπλασιάσει την εξαγωγική ικανότητα της Abu Dhabi National Oil Company.
Το δεύτερο αυτό έργο αγωγού έρχεται σε μια περίοδο όπου οι παγκόσμιες προμήθειες ενέργειας παραμένουν υπό πίεση, οι ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ είναι σοβαρά περιορισμένες και οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και ναυτιλιακές μεταφορές έχουν περιορίσει την ικανότητα των ΗΑΕ να επαναφέρουν την παραγωγή σε φυσιολογικά επίπεδα.