Διεθνή
16-03-2021 | 16:05

Η μαλακή ισχύς των εμβολίων και η εμβολιαστική διπλωματία

Η μαλακή ισχύς των εμβολίων και η εμβολιαστική διπλωματία
live updates: Ανανεώθηκε πριν

Με βάση τα όσα έχουν συμβεί με τις διανομές των εμβολίων στην Ευρώπη, την έκκληση για δικαιότερη διανομή των εμβολίων αλλά και με τη δεδομένη παραδοχή ότι τα εμβόλια δεν επαρκούν για όλους, έχουμε πλέον περάσει αναμφίβολα στην περίοδο της εμβολιαστικής διπλωματίας. Ζούμε, δηλαδή, κανονικά την περίοδο όπου οι «παίχτες» που έχουν προλάβει και έχουν αναπτύξει εμβόλια έχουν ξεκινήσει έναν αγώνα δρόμου για να δημιουργήσουν «σφαίρες επιρροής» των εμβολίων τους. 

Βέβαια, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι στην ιστορία, όσα χρόνια υπάρχουν εμβόλια, παίζουν τον ρόλο τους στις διεθνείς σχέσεις μεταξύ των κρατών. Μάλιστα, ο πρώτος επιστήμονας που εξέλιξε το εμβόλιο όπως το γνωρίζουμε, ο Βρετανός Έντουαρντ Τζέννερ, υπήρξε ταυτόχρονα και ο πρώτος που «έκανε εξαγωγή» τις διπλωματικές ιδιότητες του εμβολίου στη γειτονική Γαλλία με την οποία η Βρετανία ήταν σε πόλεμο, αλλά και στην Ισπανία, τη Ρωσία, τον Καναδά και το Μεξικό. Εκτός από την επιστημονική του ιδιότητα, ο Τζέννερ εξήγαγε και την δυναμική της Βρετανικής Αυτοκρατορίας ως πρωτοπόρου χώρας σε όλους τους τομείς συμπεριλαμβανομένης και της επιστήμης.

Κάνοντας ένα τεράστιο ιστορικό άλμα, περνάμε στο 2001 όπου επίσημα, μέσα από διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΠΟΥ, μπαίνει στο κάδρο των διεθνών σχέσεων η εμβολιαστική διπλωματία αλλά και η διπλωματία που αφορά την επιστήμη των εμβολίων. Η πρώτη χοντρικά είναι οποιαδήποτε ενέργεια αφορά διεθνείς δρώντες και σχετίζεται με την μεταφορά, την παράδοση και τη διανομή εμβολίων, ενώ η διπλωματία της επιστήμης των εμβολίων αφορά πιο στενά τη διεθνή συνεργασία που προκύπτει για να δημιουργηθούν εμβόλια και σχετίζεται με τις βλέψεις κάθε ενδιαφερόμενου μέρους στην ιεραρχία της επιστημονικής κοινότητας. 

Στην περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού, το έτος 2020 υπήρξε σαφώς το έτος που ξεκίνησε η διπλωματία της επιστήμης των εμβολίων σε παγκόσμια κλίμακα. Μέχρι το τέλος του 2020 είχαμε πάνω από 80 διαφορετικές «μάρκες» εμβολίων σε 4 διαφορετικούς τύπους εμβολίων. Σήμερα, πλήρως εγκεκριμένα είναι τα 12 που βλέπουμε στον πίνακα.

 

Εμβόλια mRNAΕμβόλια αδενοϊού
Pfizer–BioNTech

Moderna
Oxford/AstraZeneca

Sputnik V

Johnson & Johnson
Εμβόλια ανενεργού στελέχους ιούΕμβόλια βασισμένα σε πρωτεΐνη  
BBIBP-CorV

CoronaVac

Covaxin

CoviVac
EpiVacCorona

RBD-Dimer  

 

Το πρόβλημα της εφοδιαστικής αλυσίδας στην Ε.Ε.

Με τα έως τώρα δεδομένα η Ε.Ε. η οποία επιθυμεί να εμβολιάσει όσο το δυνατόν ταχύτερα τα περίπου 450 εκατομμύρια του πληθυσμού της έχει βασιστεί στα πρώτα δύο εμβόλια που έγιναν μαζικά διαθέσιμα (Pfizer–BioNTech, Oxford/AstraZeneca) καθώς το εμβόλιο της Moderna είχε περισσότερα αβαντάζ από το αντίστοιχο της Pfizer–BioNTech αλλά η εταιρεία δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει παραγωγικά. Την τριάδα των ευρωπαϊκά αδειοδοτημένων εμβολίων και αυτών που παράλληλα εμπλέκονται στη δημιουργία τους (και) ευρωπαϊκές εταιρείες θα συμπληρώσει σε λίγο καιρό το εμβόλιο της Johnson & Johnson, το οποίο έχει παρεμφερή μηχανισμό με το Sputnik V και θεωρούνται ευθέως ανταγωνιστικά στην αγορά. 

Μια πρώτη εικόνα θα μας έδινε το εύκολο συμπέρασμα ότι η Ευρώπη μπορεί να είναι παραγωγικά αυτάρκης ως προς το εμβόλιο. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό δεν συνέβη. Στο ερώτημα «γιατί;» η απάντηση είναι, γιατί η παραγωγική βάση των ευρωπαϊκών/αμερικάνικων εταιριών είναι σαφώς μικρότερη από τις αντίστοιχες ρώσικες, κινέζικες κοκ και γιατί η ευρωπαϊκή εφοδιαστική αλυσίδα είναι τρομακτικά πολύπλοκη.

Ας εξετάσουμε την περίπτωση του εμβολίου της AstraZeneca. Το εμβόλιο έχει δύο φάσεις κατασκευής: την καθαυτή κατασκευή του ορού και την εμφιάλωσή του. Μέχρι τώρα -για τα εμβόλια που γνωρίζαμε πριν τον κορονοϊό- η διαδικασία αυτή μοιράζονταν σε μεγάλα εργοστάσια μέσω outsourcing, κυρίως στην Ινδία. Πλέον αυτό δεν μπορεί να συμβεί λόγω τεχνολογικής ανισομέρειας μεταξύ των παραγωγών εμβολίων και των εργοστασίων μαζικής παραγωγής τους σε τρίτες χώρες και γιατί τα ινδικά εργοστάσια, έχουν μπει κι αυτά στη μάχη παραγωγής δικών τους εμβολίων.

Έτσι βλέπουμε τους τελευταίους μήνες μέσα στην Ε.Ε. να γίνονται διαρκείς διαπραγματεύσεις μεταξύ εταιρειών ώστε να μπορέσει κάθε εμβόλιο που έχει λάβει τελική έγκριση, να παραχθεί σε μεγαλύτερη ποσότητα από την αρχικά συμφωνημένη. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η εταιρεία Novasep στο Βέλγιο που έχει αναλάβει να παράγει το εμβόλιο της AstraZeneca, μαζί με 2 ακόμα μικρότερες ολλανδικές εταιρείες. Όμως το πρόβλημα δεν τελειώνει εκεί. Εκτός των σημείων παραγωγής σε Βέλγιο και Ολλανδία, το AstraZeneca μεταφέρεται για να εμφιαλωθεί στη Γερμανία (IDT Biologika), στην Ιταλία (Catalent) και στην Ισπανία (Insud Pharma) και πάλι πίσω για ποιοτικό έλεγχο και πάλι πίσω για τη διανομή…

Η Ρωσία και το Sputnik V έτοιμοι να εισβάλλουν στην ευρωπαϊκή αγορά

Η Ρωσία, μέσα από την ταχεία και μαζική ανάπτυξη του Sputnik V προσπαθεί να εκμεταλλευτεί το κενό που δημιιουργείται μεταξύ της έτσι κι αλλιώς περιορισμένης δυνατότητας παραγωγής των mRNA εμβολίων, του «φρακαρίσματος» της AstraZeneca και της αργής εισόδου του ανταγωνιστικού Johnson & Johnson στην Ε.Ε. (αναμένεται για μέσα Απριλίου). Η Ρωσία, αφού αμφισβητεί ανοιχτά την ουδετερότητα της ΕΜΑ ως προς το ποια εμβόλια εγκρίνει για την Ε.Ε., έχει ήδη προχωρήσει σε συμφωνία για την παραγωγή Sputnik V σε ιταλικό έδαφος ενώ όπως φαίνεται θα το κάνει και με άλλες χώρες. Ο σκοπός είναι να πιεστεί η Ε.Ε. ώστε να ανοίξει την πόρτα στο Sputnik V και να θέσει σε επισφαλή θέση το μερίδιο αγοράς της Johnson & Johnson. Το γεγονός ότι η Κύπρος αγόρασε 50.000 δόσεις εμβολίου Sputnik V, αλλά και άλλες χώρες μέσα στην Ευρώπη προσανατολίζονται σε απευθείας διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία για την αγορά δόσεων, δείχνει ότι δεν θα αργήσει η ώρα που η Ε.Ε. θα επιτρέψει την διανομή του ρώσικου εμβολίου.

Το κινέζικο εμβόλιο που προωθείται ως παγκόσμιο αγαθό

Η περίπτωση της Κίνας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την πολιτική και οικονομική σκοπιά. Αρχικά, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει άμεσος διεθνής ανταγωνισμός μεταξύ Ρωσίας – Ε.Ε. και Η.Π.Α. για την προώθηση των εμβολίων, αποφάσισε να επενδύσει πολιτικά στην παρουσίαση του εμβολίου ως παγκόσμιου αγαθού. Συγκεκριμένα, ηγετικά στελέχη της κινέζικης κυβέρνησης δήλωσαν στο πρακτορείο ειδήσεων Xinhua ότι «η Κίνα δεν έχει κάποιο οικονομικό ή γεωπολιτικό όφελος από την ανάπτυξη του εμβολίου της», ενώ ο Πρόεδρος της Κίνας Σι Ζινπίνγκ πρόσφατα δήλωσε ότι η Κίνα συμπεριφέρεται όπως θα έπρεπε να συμπεριφέρεται κάθε μεγάλη δύναμη, κι εκεί που απέτυχε με την παγκόσμια διανομή μασκών στην αρχή της πανδημίας επιθυμεί να επανορθώσει μέσα από τη διανομή εμβολίων. Έτσι, έχει μέχρι στιγμής καταφέρει να υπάρχει το εμβόλιό της εμπορικά σε 28 χώρες και να διατίθεται δωρεάν σε 69 χώρες. Η παραγωγική ισχύς εδώ έχει τον πρώτο λόγο. 

Η Κίνα κατάφερε σε λιγότερο από 4 μήνες να θέσει σε πλήρη εφαρμογή 17 ερευνητικά πρότζεκτ εμβολίων και να κυκλοφορήσει τον Μάιο του 2020 τρία εμβόλια τα οποία σε κινέζικο έδαφος παρασκευάζονται από 17 εργοστάσια (εμπορικές ονομασίες Sinopharm, Sinovac και CanSino), αφήνοντας πίσω τον ανταγωνισμό καθώς ήδη έχουν παρασκευαστεί πάνω από 550 εκατομμύρια δόσεις (σε αντίθεση με τα αισιόδοξα 50 εκατομμύρια που έχει αναγγείλει η Ε.Ε. για τα Pfizer–BioNTech και Oxford/AstraZeneca), χωρίς να υπολογίζονται σε αυτές οι περίπου 200 εκατομμύρια δόσεις που έχουν διατεθεί στην εσωτερική αγορά. 

Τον δεύτερο λόγο όμως παίζει η αξιοπιστία. Τα κινέζικα εμβόλια δεν έχουν καταφέρει να κερδίσουν την αξιοπιστία χωρών που βρίσκονται ψηλά στην οικονομική πυραμίδα του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ προωθούνται ως φτηνή ή δωρεάν εναλλακτική σε χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου και σε γειτονικές χώρες που η Κίνα επιθυμεί να επηρεάσει πολιτικά άμεσα (λ.χ. Μιανμάρ, Μπαγκλαντές). Παρόλα αυτά, αν σε επόμενη φάση περάσουμε από τον δωρεάν εμβολιασμό για το σύνολο του πληθυσμού, στον κατ’ επιλογή εμβολιασμό (όπως συμβαίνει τώρα με το εμβόλιο της γρίπης) δεν αποκλείεται να μπορέσει η Κίνα να βρει διόδους και στις ευρωπαϊκές αγορές, λόγω  σημαντικά χαμηλού κόστους παραγωγής.

Είναι η Ε.Ε. ένα βήμα πίσω;

Όπως όλα δείχνουν η Ε.Ε. είναι σε κρίσιμη καμπή μεταξύ του να χάσει την πρωτοβουλία των κινήσεων για τη διανομή των εμβολίων και να κερδίσει τον ανταγωνισμό κυρίως από τη Ρωσία. Το παράθυρο ευκαιρίας που ανοίγεται αυτή τη στιγμή για τη Ρωσία, θα κλείσει το αργότερο ως τις 15 Απριλίου 2021, όπου η Johnson & Johnson ανακοίνωσε ότι θα χορηγήσει 200 εκατομμύρια δόσεις στην Ε.Ε., τη Νορβηγία και την Ισλανδία. Όπως όλα δείχνουν, η «κούρσα των εξοπλισμών» της εποχής μας φτάνει σε μια πρώτη σημαντική στροφή και σε αυτή η Ρωσία φαίνεται για την ώρα να είναι μισό βήμα μπροστά. 

 

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.