Το Κέντρο δεν έτυχε ποτέ ιδιαίτερης υπόληψης στα μεταπολιτευτικά χρονικά της πολιτικής ζωής του τόπου. Η προδικτατορική Ένωση Κέντρου που έδωσε στον Γεώργιο Παπανδρέου την δυνατότητα να κυβέρνησει τη χώρα, διαλύθηκε ουσιαστικά αμέσως μετά την ανατροπή της χούντας. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα ανταποκρίθηκε πολύ πιο αποτελεσματικά στις ανάγκες της νέας εποχής από κάθε άποψη. Έκτοτε το κέντρο δεν αξιοποιήθηκε πολιτικά παρά ως «τσόντα», πότε της Αριστεράς και πότε της Δεξιάς μια και θεωρείται ότι αποτελεί τον κρίσιμο για την κατάκτηση της εξουσίας πολιτικό χώρο. Αυτό είχε σαν συνέπεια την αποϊδεολογικοποίησή και την υποβάθμισή του σε καθαρά γεωγραφικό όρο του πολιτικού σκηνικού.

Η βαθειά κρίση των τελευταίων χρόνων άλλαξε κυριολεκτικά τα δεδομένα στη χώρα μας, δημιουργώντας μια εντελώς νέα κατάσταση στην πολιτική σκηνή. Η «πρώτη φορά Αριστερά», με έντονο μάλιστα το ακροδεξιό χρώμα απομυθοποιήθηκε γρήγορα και ο Τσίπρας επιχειρεί απροσχημάτιστα πλεον να κατοχυρώσει την κεντροαριστερή του ταυτότητα σε Ελλάδα και Ευρώπη. Ταυτόχρονα, η μεσαία τάξη ξεκληρίστηκε γεγονός που στα χρόνια της συριζανελικής συγκυβέρνησης απέκτησε και ιδεολογικά χαρακτηριστικά.

Είναι πλέον φανερό ότι το Κέντρο δεν μπορεί να συνεχίσει να στριμώχνεται στις βολικές ονομασίες είτε της Αριστεράς (Κεντροαριστερά) είτε της Δεξιάς (Κεντροδεξιά) που έχουν ξεκάθαρο ψηφοθηρικό περιεχόμενο, όσο κι αν, και οι δύο κάνουν πως δεν το συνειδητοποιούν. Κι αυτό γιατί το Κέντρο, εξ αιτίας ακριβώς των αλλαγών της κρίσης απέκτησε αυτοτελή κοινωνική, οικονομική και πολιτική αναφορά. Κοινωνική,  γιατί η μεσαία τάξη αποτελεί και αριθμητικά την πολυπληθέστερη κοινωνική ομάδα, γι αυτό δεν είναι τυχαίο ότι η διάλυσή της επιτάχυνε και την κατάρρευση του κοινωνικού ιστού. Οικονομική, γιατί οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που έβαλαν και βάζουν καθημερινά λουκέτο κατά δεκάδες αποτελούσαν πάντα τον αναζωογονητικό παραγωγικό πνεύμονα της οικονομίας της χώρας. Και πολιτική γιατί η μεσαία τάξη δεν μπορεί να εκφράζεται συμπληρωματικά και ευκαιριακά από τις πολιτικές δυνάμεις που οδήγησαν στον αφανισμό της και που δεν διαθέτουν κανένα σχέδιο για την ανασυγκρότησή της.

Το εγχείρημα της συγκρότησης του νέου προοδευτικού φορέα, που ουσιαστικά ξεκινάει την Κυριακή με την διαδικασία εκλογής αρχηγού απ’ ευθείας από τους πολίτες, δεν μπορεί επομένως να περιοριστεί στα παραδοσιακά κλισέ του δικομματισμού - παλιού και νέου - γιατί απλώς, ο όρος «κεντροαριστερά» που οι περισσότεροι υποψήφιοι προσπαθούν να του αποδώσουν, στερεί εξ ορισμού από το εγχείρημα ευρείες πολιτικές δυνάμεις του Κέντρο που έχουν κάθε λόγο να εκφραστούν και να συμμετάσχουν σ’ αυτόν. Η χώρα δεν χρειάζεται μια, έστω και επικαιροποιημένη κεντροαριστερή παράταξη, χρειάζεται ένα νέο σύγχρονο κόμμα ικανό να εκφράσει ολόκληρο τον μεσαίο χώρο και να συσπειρώσει πολιτικά, όχι μόνο τους σοσιαλδημοκράτες αλλά και τους κεντρώους μεταρρυθμιστές, τους φιλελεύθερους πολίτες που  βλέπουν ότι η ανάπτυξη της χώρας εξαρτάται από την στήριξη της παραγωγής, της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και της επενδυτικής πολιτικής.
Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που με οδήγησαν στην επιλογή του Σταύρου Θεοδωράκη, μεταξύ των υποψηφίων. Γιατί έχει από την αρχή συνειδητοποιήσει απόλυτα την ανάγκη της συσπείρωσης όλου του φάσματος των προοδευτικών κεντρώων και κεντροαριστερών δυνάμεων και γιατί πιστεύει ότι τα κόμματα χτίζονται πλέον με βάση την πολιτική και όχι την ιδεολογική ενότητα. Κι ακόμα γιατί απέδειξε με την αταλάντευτη στάση του μέχρι τώρα, ότι οι αναγκαίες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις δεν μπορεί να είναι ένα προεκλογικό, επικοινωνιακό και διαπραγματεύσιμο τρικ αλλά μια επίπονη και διαρκής προσπάθεια για την ανάκαμψη της χώρας.

Η επιτυχία του νέου προοδευτικού φορέα στο ξεκίνημά του, δεν θα εξαρτηθεί μόνο από τις θέσεις των υποψηφίων αρχηγών, όσο σημαντικές κι αν είναι, αλλά κυρίως από τη συμμετοχή στις εκλογές της 12ης Νοεμβρίου. Από την ενεργή συμμετοχή όσο γίνεται μεγαλύτερου αριθμού πολιτών, σε ένα ενωτικό εγχείρημα που θα αποκτήσει τη δυναμική να διαδραμματίσει σημαντικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό, στη διακυβέρνηση της χώρας και τη μελλοντική της πορεία. Στο χέρι μας είναι να κερδίσουμε την Κυριακή το στοίχημα του προοδευτικού Κέντρου.