Οι πρόσφατες εκτιμήσεις από την Κομισιόν αλλά και από τη Citigroup τοποθετούν τον πήχη της ανάπτυξης για φέτος στο 2,4% και 2,5% αντίστοιχα. Υψηλότερα από το 2,1% του ΔΝΤ αλλά χαμηλότερα από το 2,8% που προβλέπει ο προϋπολογισμός.

Μεσοσταθμικά πάντως, τα νούμερα συγκλίνουν στα επίπεδα του 2,5%. Και το ερώτημα είναι, μας αρκεί;

Σίγουρα, το 2,5% είναι σαφώς καλύτερο από την ύφεση των τελευταίων ετών. Το θετικό πρόσημο, που αυξάνεται χρόνο με το χρόνο δεν έχει καμία σχέση με όσα ζήσαμε τα χρόνια της βαθιάς κρίσης. Επίσης, το 2,5% έχει πολύ διαφορετική αξία σε ένα διεθνές περιβάλλον με μηδενική ή και αρνητική ανάπτυξη.

Άρα σίγουρα, σε σχέση με το παρελθόν και σε σχέση με τη διεθνή συγκυρία, τα μηνύματα είναι πολύ θετικά.

Με τη διαφορά ότι η Ελλάδα, την τελευταία δεκαετία βίωσε μια κάθετη πτώση στο ΑΕΠ η οποία μετουσιώθηκε σε αντίστοιχες μειώσεις στους μισθούς και το βιωτικό επίπεδο της πλειονότητας των πολιτών. Και για να επανέλθεις από ένα τέτοιο σοκ, απαιτείται μια αντίστοιχα «βίαιη» ανάπτυξη. Είναι το λεγόμενο «φαινόμενο του ελατηρίου», ή το μοντέλο «U» όπου την ραγδαία πτώση διαδέχεται μια εξίσου ραγδαία άνοδο.

Ό,τι δηλαδή είδαμε να γίνεται στην Ιρλανδία και την Κύπρο, όπου μετά την κρίση είδαμε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης που ξεπέρασαν το 5% για αρκετά χρόνια. Άρα, υπό αυτό το πρίσμα, το 2,5% είναι μεν καλό αλλά όχι αρκετό. “Not great, not terrible”, για να χρησιμοποιήσω μια φράση από την (εξαιρετική) σειρά Chernobyl.

Τι ανάπτυξη θέλουμε

Ο δεύτερος παράγοντας στην εξίσωση είναι ποιοτικός. Γιατί η ανάπτυξη που έχει ανάγκη η χώρα είναι διατηρήσιμη και βιώσιμη. Σκεφτείτε το σενάριο να έρχονταν «μαγικά» 20 δισ. ευρώ στη χώρα, τα οποία να πήγαιναν απευθείας στην κατανάλωση. Προφανώς η ανάπτυξη θα εκτινασσόταν, όμως τα οφέλη θα ήταν βραχύβια. Έτσι, έχει τεράστιο νόημα αν η αύξηση του ΑΕΠ θα προέλθει από τομείς που δίνουν σταθερή υπεραξία στην οικονομία, μοχλεύουν και πολλαπλασιάζουν το χρήμα και δημιουργούν βιώσιμες πηγές πλούτου. Ποιοτικές, μακροχρόνιες ξένες και εγχώριες επενδύσεις και στόχευση σε συγκεκριμένους κλάδους μπορούν και πρέπει να κάνουν τη διαφορά, βάζοντας την οικονομία σε στέρεες βάσεις. Γιατί ανάπτυξη είχαμε και το 2000, βασισμένο όμως σε δανεικά και εσωτερική κατανάλωση και είδαμε πού μας έφερε.

Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, το 2,5% μπορεί να αποτελέσει το σκαλοπάτι για τα επίπεδα του 4%-5% που πραγματικά χρειάζεται η οικονομία. Αλλιώς θα αποτελέσει ακόμη μια αναλαμπή σε μια χώρα που καρκινοβατεί τα τελευταία χρόνια.