Η παραπληροφόρηση και η διασπορά ψευδών ειδήσεων δεν είναι καινούργιο «σπορ», αντίθετα τέτοια φαινόμενα εντοπίζονται σε όλη την ανθρώπινη ιστορία. Όμως, με το Διαδίκτυο και την επέκταση των κοινωνικών μέσων δικτύωσης το κακό έχει παραγίνει.

Σχεδόν κάθε ώρα κάποια ψεύτικη είδηση γίνεται… viral και το φαινόμενο εντείνεται συνεχώς, ακριβώς γιατί δουλεύει. Πλέον δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η παραπληροφόρηση και οι ψεύτικες ειδήσεις καθόρισαν σημαντικά σημαντικές πολιτικές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών όπως για παράδειγμα οι εκλογές στις ΗΠΑ και το δημοψήφισμα για το Brexit. Και δεν μιλάμε απλά για μια πολιτική προπαγάνδα με μια οπτική που να εξυπηρετεί το κάθε πολιτικό στρατόπεδο, αλλά για ξεδιάντροπα και απόλυτα κατευθυνόμενα ψέματα.

Δυστυχώς το μέλλον προμηνύεται ακόμη πιο ζοφερό. Η νέα πρόκληση ακούει στο όνομα «deep fakes», πρόκειται για ψεύτικα βίντεο τα οποία μπορούν να δείχνουν τον οποιοδήποτε να λέει οτιδήποτε. Και με τη βοήθεια της τεχνολογίας τα deep fakes είναι τόσο καλά που μπορούν όχι μόνο να φανούν αξιόπιστα στο ανθρώπινο μάτι και αυτί αλλά και να μπερδέψουν και τα ειδικά προγράμματα που εντοπίζουν τέτοια βίντεο.

Μια λύση θα μπορούσε να είναι το λεγόμενο «fact checking». Μια μορφή δημοσιογραφίας που ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με το να ελέγχει διάφορες «ειδήσεις» ή δηλώσεις δημοσίων προσώπων σχετικά με το αν αυτά που λένε είναι πραγματικά ή όχι. Τα προβλήματα είναι δύο:

Πρώτον δεν μπορεί κάποιος να αντιμετωπίσει όλες τις ψεύτικές ειδήσεις που βγαίνουν κάθε λεπτό στο Διαδίκτυο, όσο κόσμο και να επιστρατεύσει για αυτό. Ο έλεγχος της εγκυρότητας μια είδησης είναι από τη φύση του πολύ πιο δύσκολη από το να δημιουργήσει κανείς μια ψεύτικη είδηση και οι «fact checkers» έχουν να αντιμετωπίσουν ολόκληρους στρατούς και εταιρείες και λογαριασμούς που κάνουν ακριβώς αυτό.

Δεύτερον μια πιθανή διάψευση δεν γίνεται σχεδόν ποτέ τόσο «viral» όσο η ίδια η ψεύτικη είδηση. Τα «fake news» εκμεταλλεύονται ανθρώπινες αδυναμίες: Είμαστε  δυστυχώς, έτσι «καλωδιωμένοι» που τείνουμε να πιστεύουμε πιο εύκολα ειδήσεις και γεγονότα που βρίσκονται πιο κοντά στις δικές μας αντιλήψεις και αυτά τα γεγονότα τα μοιραζόμαστε πολύ πιο εύκολα με τον κύκλο μας. Όταν έρχονται οι διαψεύσεις όμως δυσκολευόμαστε να παραδεχθούμε ότι και εμείς οι ίδιοι κάναμε λάθος.

Η εξίσωση δεν είναι εύκολη. Τις τελευταίες ημέρες κυκλοφορεί ένα βίντεο στο οποίο ο κωμικός Σάσα Μπάρον Κόεν επιτίθεται στο Facebook λέγοντας χαρακτηριστικά ότι αν το Facebook υπήρχε τη δεκαετία του 1930, θα είχε επιτρέψει στον Αδόλφο Χίτλερ να αναρτήσει αντισημιτικές διαφημίσεις. Ο ίδιος προτείνει μέτρα όπως ο έλεγχος των διαφημίσεων και των προωθούμενων καταχωρήσεων πριν δημοσιευτούν. Στην πραγματικότητα αυτό δεν μπορεί να γίνει, τουλάχιστον όχι για τα πάντα. Μπορούμε, για παράδειγμα, να συμφωνήσουμε ότι μια είδηση για το ότι η Γη είναι επίπεδη είναι ψεύτικη αλλά τι γίνεται για τα πιο περίπλοκα θέματα που απαιτούν μελέτη, έρευνα και διασταύρωση;

Η αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και της διασποράς συνωμοσιών και ψεμάτων δεν μπορεί παρά να είναι πολυεπίπεδη. Να ξεκινά από τον έλεγχο των πηγών της και να φθάνει έως την εκπαίδευση του κοινού στην αξιολόγηση. Χρειάζεται ακόμη, περισσότερο από ποτέ, ισχυρή δημοσιογραφία. Η μάχη κατά των fake news, είναι μια από τις πιο άνισες μάχες που καλούμαστε ως κοινωνία να αντιμετωπίσουμε και ενδεχομένως μια από τις πιο σημαντικές.