Ακριβώς γιατί ο πρωθυπουργός, μετά την ήττα των ευρωεκλογών, είχε αναγνωρίσει, εν είδει αυτοκριτικής, ότι ήταν η μεσαία τάξη αυτή που είχε γυρίσει την πλάτη της στον ΣΥΡΙΖΑ και γι’ αυτό θα έκανε ό,τι μπορούσε, προκειμένου να πείσει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πρόγραμμα και πλάνο για τη μεσαία τάξη.

Έναν μήνα μετά, κανείς δεν έχει καταλάβει ποιο είναι το νέο σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ για τη μεσαία τάξη. Και γι’ αυτό, οι άνθρωπο της ιδιωτικής οικονομίας, της αγοράς και της επιχειρηματικότητας, θυμούνται μόνο το σχέδιο που εφάρμοσε ο ΣΥΡΙΖΑ στην πράξη όλα τα προηγούμενα χρόνια: φόροι, φόροι και πάλι φόροι, ίσως μασκαρεμένοι και ως ασφαλιστικές εισφορές με βάση τον εκτρωματικό νόμο Κατρούγκαλου.

Σε αυτές τις εκλογές, όμως, η μεσαία τάξη έχει επιλογή. Όχι απλά με τη λογική του μη χείρον βέλτιστον, αλλά μια καθαρή επιλογή, με κριτήρια ορθολογικά. Και αυτό γιατί ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ έχουν μια θεμελιώδη διαφορά αντίληψης ως προς τη μεσαία τάξη: Ο ΣΥΡΙΖΑ νομίζει ότι μπορεί διαρκώς να τη στραγγίζει, για να συντηρεί το υπερπλεόνασμα που σώρευε τα τελευταία χρόνια και να εμφανίζεται στο τέλος του χρόνου ως Άγιος Βασίλης με το κοινωνικό μέρισμα. Η ΝΔ, αντίθετα, με όλα τα λάθη και τις παραλείψεις των τελευταίων ετών και ειδικά των πρώτων μνημονιακών χρόνων, θεωρεί ότι ευημερούσα κοινωνία χωρίς ευημερούσα μεσαία τάξη, η οποία καταναλώνει, αποταμιεύει και επανεπενδύει στην οικονομία δεν υπάρχει. Κοινώς, ανάπτυξη χωρίς δυνατή μεσαία τάξη δεν υπάρχει.

Οι πολίτες γνωρίζουν καλά τον κ. Τσίπρα, ακόμα και αν άτσαλα προσπαθεί να ξανασυστηθεί τις τελευταίες μέρες. Άσκησε μια πολιτική «ταξικά μεροληπτική», θεωρητικά υπέρ των ασθενέστερων, και στο τέλος διέλυσε και τους ασθενέστερους και όσους ακόμα είχαν κάποιες αντοχές. Με το φορολογικό του κ. Τσακαλώτου, ανέβασε τους φορολογικούς συντελεστές για όλες τις εισοδηματικές κλίμακες. Με την αύξηση του ΦΠΑ, τιμώρησε και την επιχειρηματικότητα και δυσκόλεψε την ιδιωτική κατανάλωση. Με το ασφαλιστικό Κατρούγκαλου, «τσάκισε» συνταξιούχους με μέσες αποδοχές με τον επανυπολογισμό των συντάξεων και παράλληλα κατέστησε απολύτως μη ελκυστική την ιδέα της σύνταξης για ανθρώπους που τώρα εργάζονται επί σειρά ετών και με σχετικά υψηλές αποδοχές. Με την αύξηση του φόρου των επιχειρήσεων, την αύξηση της προκαταβολής φόρου στο 100%, αλλά και την αύξηση των εργοδοτικών εισφορών έκανε το επιχειρείν στη χώρα ακόμα πιο δύσκολο απ’ ότι ήδη ήταν.

Κάθε μέρα, στις γειτονιές του Βορείου Τομέα της Β’ Αθηνών, ακούω από τους συμπολίτες μου το ίδιο ερώτημα:«θα μειωθούν οι φόροι»; Δεν υπάρχει μαγικό ραβδί, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έχει παγιδεύσει τη χώρα σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και την έχει δεσμεύσει παράλληλα με υψηλούς στόχους για τα πλεονάσματα. Αλλά η ΝΔ είναι το μόνο κόμμα που εδώ και τρία χρόνια μιλά με συνέπεια και σταθερότητα για μείωση φόρων. Μείωση φόρων στις επιχειρήσεις από το 29% στο 20% μέσα σε δύο χρόνια. Μείωση στα μερίσματα από 10% στο 5%. Μείωση στον ΕΝΦΙΑ κατά 30%, μέσα σε δύο χρόνια, για όλους. Διατήρηση του αφορολόγητου στα σημερινά επίπεδα και προσαύξησή του κατά 1.000 ευρώ για κάθε παιδί. Μείωση του εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή- κάτι που αφορά ιδιαίτερα τους νεότερους και τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα- από το σημερινό 22% στο 9% για εισοδήματα ως 10.000 ευρώ. 2.000 ευρώ επιδότηση για κάθε νέο παιδί, για να στηρίξουμε και τις νέες οικογένειες, με παράλληλη δέσμευση ότι κανένα παιδί δεν θα μένει εκτός παιδικών σταθμών. Μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση στο 13% για όλα τα είδη εστίασης, όχι για τα μισά, όπως το έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ. Και αυτά είναι ορισμένα παραδείγματα, γιατί τα δεδομένα θα αλλάξουν εφόσον τελεσφορήσει και η διαπραγμάτευση για τη μείωση των πλεονασμάτων.

Όλα αυτά δεν είναι ιδεολογήματα. Θα γίνουν και θα θεσμοθετηθούν με το νέο φορολογικό που θα φέρει η νέα κυβέρνηση της ΝΔ μέσα στο καλοκαίρι. Η μεσαία τάξη που τιμώρησε τον ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, ακούει τη ΝΔ. Δεν θα μας χαριστεί, ούτε θα μας…ραίνει από τα μπαλκόνια με ροδοπέταλα. Για πρώτη φορά, όμως, ακούει ένα ακόμα να υπόσχεται ακόμα πιο λίγα και από την εν ενεργεία κυβέρνηση. Και γι’ αυτό, οι άνθρωποι της παραγωγικής Ελλάδας θα μας δώσουν σε λίγες μέρες, στις 7 Ιουλίου, την ευκαιρία για το πολυπόθητο restart.