Του Νίκου Λυσιγάκη*

«Φοβάμαι ότι οι εκλογές θα είναι στημένες». Μ' αυτή τη φράση στις 3 Αυγούστου ο Ντόναλτ Τράμπ έβαλε φωτιά στην κούρσα των προεδρικών εκλογών, αφήνοντας υπονοούμενα νοθείας. Ήδη ένας στους δύο ψηφοφόρους των Ρεπουμπλικάνων δηλώνει ότι δε θα αποδεχθεί τη Χίλαρι Κλίντον ως νικήτρια, την ώρα που επτά στους δέκα πιστεύουν ότι μια ενδεχόμενη νίκη της θα οφείλεται σε νοθεία (Ipsos). Η δήλωση του Trump όμως, κρύβει μια μεγάλη αλήθεια. Όχι προφανώς αυτή που ο ίδιος προσπαθεί να παρουσιάσει, αλλά μια ίσως σημαντικότερη για την οποία λίγοι μιλούν ανοιχτά.

Μια σειρά από εμπόδια και μεθοδεύσεις συρρικνώνουν τη συμμετοχή, σε τέτοιο βαθμό που γεννά ερωτήματα για το αν τελικά νοθεύεται η κυρίαρχη βούληση του αμερικανικού λαού.

Στις εκλογές του 2012, μόλις το 54% του πληθυσμού που είχε δικαίωμα, έφτασε τελικά στις κάλπες, ποσοστό το οποίο κατατάσσει τις ΗΠΑ μόλις στην 30η θέση μεταξύ των 34 ανεπτυγμένων χωρών (Pew Research Center). Αν όμως η συμμετοχή προσδιοριστεί όχι με βάση όσους είχαν δικαίωμα, αλλά με βάση όσους είχαν φροντίσει να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους έγκαιρα, τότε οι ΗΠΑ ανεβαίνουν στην 6η θέση της ίδιας λίστας, πραγματικότητα που καθιστά την εκλογική γραφειοκρατία ρυθμιστικό παράγοντα των εκλογών.

Έπειτα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστήριου το 2013 για αδρανοποίηση του Voting Rights Act, τη δικλείδα ασφάλειας απέναντι σε κάθε αποκλεισμό από την εκλογική διαδικασία λόγω φυλετικών ή άλλων διακρίσεων, μια σειρά από εμπόδια στη συμμετοχή άρχισαν να υψώνονται. Μέχρι τον Αύγουστο του 2016, συνολικά 31 Πολιτείες επέβαλαν τη χρήση ταυτοτήτων στην ψηφοφορία, γεγονός που υπολογίζεται ότι ενδέχεται να απομακρύνει από τις κάλπες περίπου έναν στους δέκα ψηφοφόρους, όπως προκύπτει από μελέτη του Brennan Center for Justice. Η πλειοψηφία όσων δε διαθέτουν εκλογικές ταυτότητες είναι μαύροι, λατίνοι, ηλικιωμένοι και νέοι ψηφοφόροι, με τον αριθμό μόνο των αφροαμερικανών που ζουν στις πολιτείες του Νότου να υπολογίζεται στα 3.72 εκατ. Ταυτόχρονα, 1 στους 5 ενήλικες μαύρους στις Πολιτείες της Φλόριντα, του Κεντάκι, του Τενεσσί και της Βιρτζίνια, δεν έχει δικαίωμα ψήφου επειδή έχει καταδικαστεί για κακούργημα (Guardian).

Στην πράξη, τρεις είναι ουσιαστικά οι βασικές κατηγορίες παραγόντων που «εμποδίζουν» την καθολική παρουσία των Αμερικανών στις κάλπες.

Η γραφειοκρατία. Η απαίτηση προεγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους ορισμένων Πολιτειών, υπολογίζεται πως αποκλείει 50 εκατ. Αμερικανούς, ενώ δε λείπουν οι μεθοδεύσεις. Είναι χαρακτηριστική η καταγγελία ότι ο υπεύθυνος της εκλογικής διαδικασίας σε κοινότητα Αφροαμερικανών της Πολιτείας της Georgia, όρισε ως σημείο ψηφοφορίας το γραφείο του Σερίφη(!), για ευνόητους λόγους, μετριάζοντας έτσι την υπεροχή των Δημοκρατικών στην περιοχή. Την ίδια ώρα, στην Αριζόνα όπου ζει η μεγαλύτερη κοινότητα Ινδιάνων των ΗΠΑ (Ναβάχο), ελάχιστοι εξ’ αυτών θα μπορέσουν να ψηφίσουν, καθώς είτε δε διαθέτουν ταυτότητες, είτε δεν έχουν μόνιμη διεύθυνση. Και πως να έχουν, αφού είτε μένουν σε καταυλισμούς ή μετακινούνται ως νομάδες!

Η μέρα των εκλογών. Οι εκλογές παραδοσιακά γίνονται Τρίτη! Όσοι δεν έχουν το χρόνο να σταθούν στις ουρές, απέχουν. Για να μετριαστεί το φαινόμενο, αρκετές Πολιτείες εισήγαγαν τη δυνατότητα του «early voting» δηλαδή του να ψηφίσει κανείς νωρίτερα από την καθιερωμένη ημέρα των εκλογών. Οι υπεύθυνοι των κομματικών επιτελείων πάντως δεν πτοήθηκαν. 17 υπεύθυνοι εκλογικών τμημάτων σε κομητείες της κρίσιμης Β.Καρολίνα δέχθηκαν πιέσεις να ανοίγουν λιγότερες ώρες τα σημεία ψηφοφορίας τα απογεύματα και τα Σαββατοκύριακα (Reuters).

Η κατανομή των εκλογικών περιφερειών παίζει το δικό της ρόλο (Gerrymandering). Το 2012 αν και οι Δημοκρατικοί συγκέντρωσαν την πλειοψηφία των ψήφων σε απόλυτους αριθμούς, είδαν τους Ρεπουμπλικάνους να κερδίζουν το 54% των εδρών στο Κογκρέσο λόγω της ανορθόδοξης κατανομής εδρών.

Αν δει λοιπόν κανείς τη συνολική εικόνα, ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας, προερχόμενο κυρίως από τα κατώτερα στρώματα, όχι απλά υποεκπροσωπείται αλλά δεν έχει καν πρόσβαση στις κάλπες. Αυτό αυτονόητα, προκαλεί αλλοίωση της διάθεσης του συνόλου των πολιτών.

Φέτος λοιπόν, ίσως για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό, τα δημογραφικά στοιχεία των προεδρικών εκλογών, θα μπορέσουν να δώσουν απαντήσεις σ’ αυτό το ιδιότυπο έλλειμμα έκφρασης των περισσότερο κοινωνικά ευάλωτων ομάδων, που με μια πρώτη ανάγνωση των στοιχείων του 2012 παρατηρεί κανείς. Εύκολα όμως, αναρωτιέται κανείς. Είναι δυνατόν εν έτη 2016 σε μια τόσο προηγμένη χώρα, να υπάρχουν τέτοιου είδους εμπόδια στην εκλογική συμμετοχή; Ένα ερώτημα που λαμβάνει σημαντικές διαστάσεις σε μια τόσο οριακή κούρσα όπως η φετινή και αδιαμφισβήτητα έχει μπορεί να εξελιχθεί απόψε το βράδυ σε ένα μείζον ζήτημα Δημοκρατίας, εντός της μεγαλύτερης Δημοκρατίας στον κόσμο.

* Ο Νίκος Λυσιγάκης είναι υποψήφιος Διδάκτορας Διεθνούς Πολιτικής Επικοινωνίας στο Παν.Μακεδονίας