Η επανεμφάνιση των σεναρίων περί ενδεχόμενης πρόωρης αποχώρησης της Κριστίν Λαγκάρντ από την προεδρία της ΕΚΤ δεν αναζωπυρώνει μόνο τη συζήτηση για τη διαδοχή στην κορυφή της Φρανκφούρτης. Αναδεικνύει, κυρίως, μια βαθύτερη θεσμική αντίθεση: την έκθεση της Fed σε άμεσες πολιτικές πιέσεις έναντι της ενσωματωμένης και «συνταγματικής», ανεξαρτησίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Σε μια περίοδο όπου το πολιτικό ρίσκο επανέρχεται - από τις αμερικανικές εκλογές και την εκλογή Τραμπ μέχρι την άνοδο λαϊκιστικών δυνάμεων στην Ευρώπη - το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα διαδεχθεί τη Λαγκάρντ, αλλά πόσο εύκολα μπορεί η πολιτική να επηρεάσει τη νομισματική πολιτική στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Τυπικά, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ διαθέτει υψηλό βαθμό ανεξαρτησίας. Στην πράξη, όμως, το θεσμικό της μοντέλο την καθιστά πιο ευάλωτη σε πολιτικές παρεμβάσεις — ή τουλάχιστον σε δημόσιες πιέσεις.
Η περίοδος Τραμπ - Πάουελ αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι δημόσιες παρεμβάσεις και οι επαναλαμβανόμενες πιέσεις για χαμηλότερα επιτόκια κατέδειξαν ότι, ακόμη και χωρίς θεσμική παρέμβαση στην εντολή της Fed, η πολιτική πίεση μπορεί να ασκηθεί ευθέως και συστηματικά. Το Κογκρέσο διατηρεί επίσης ισχυρή εποπτική αρμοδιότητα, ενισχύοντας τη διασύνδεση της κεντρικής τράπεζας με το πολιτικό σύστημα.
Η θεσμική ένταση μεταξύ πολιτικής εξουσίας και Fed αποκρυσταλλώθηκε ακόμη περισσότερο όταν επιχειρήθηκε η απομάκρυνση της διοικήτριας της Fed, Λ. Κουκ, σε μια υπόθεση που ανέδειξε τα νομικά όρια της εκτελεστικής παρέμβασης στην κεντρική τράπεζα. Η Κουκ αρνήθηκε να παραιτηθεί και προσέφυγε δικαστικά, υποστηρίζοντας ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν διαθέτει απεριόριστη εξουσία αποπομπής μελών του Board of Governors. Τα αμερικανικά δικαστήρια, σε πρώτο στάδιο, μπλόκαραν την απομάκρυνσή της, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη ρήτρα «for cause» του Federal Reserve Act, η οποία προβλέπει ότι τα μέλη της Fed μπορούν να αποπεμφθούν μόνο για σοβαρό και τεκμηριωμένο λόγο και όχι για πολιτικές διαφωνίες.
Σε θεσμικούς όρους, η εξέλιξη εκλήφθηκε από τις αγορές και τους αναλυτές ως de facto επιβεβαίωση των θεσμικών φραγμών που προστατεύουν την ανεξαρτησία της Fed, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε και κάτι βαθύτερο: ότι η ανεξαρτησία της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας δοκιμάζεται εντός ενός ενιαίου πολιτικού συστήματος, όπου η εκτελεστική εξουσία μπορεί να επιχειρήσει να επηρεάσει ακόμη και τη σύνθεση της διοίκησης.
Η πρόωρη διαδοχή Λαγκάρντ και ο εντεινόμενος λαϊκισμός...
Στην περίπτωση της ΕΚΤ, η εικόνα είναι θεσμικά διαφορετική. Η ανεξαρτησία της δεν εδράζεται σε ένα εθνικό νομικό πλαίσιο, αλλά στη Συνθήκη του Μάαστριχτ και στο ευρωπαϊκό πρωτογενές δίκαιο. Αυτό δημιουργεί ένα πολυεπίπεδο θεσμικό «τείχος» που δεν μπορεί να παρακαμφθεί από μία μόνο κυβέρνηση ή κοινοβούλιο.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για το ενδεχόμενο επίσπευσης της διαδικασίας διαδοχής της Λαγκάρντ πριν από τη λήξη της θητείας της τον Οκτώβριο του 2027. Αναλύσεις διεθνών οίκων, όπως της Berenberg, επισημαίνουν ότι η Ευρώπη επιχειρεί συνολικά να «θωρακιστεί» θεσμικά έναντι αποσταθεροποιητικών πολιτικών εξελίξεων.
Η λογική είναι απλή αλλά κρίσιμη: εάν η επιλογή νέου προέδρου της ΕΚΤ μετατεθεί χρονικά κοντά σε πολιτικά ορόσημα —όπως οι γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027— αυξάνεται ο κίνδυνος πολιτικοποίησης της διαδικασίας. Αντίθετα, μια έγκαιρη και συναινετική διαδοχή θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «populist-proof» μηχανισμός, διασφαλίζοντας τη συνέχεια της νομισματικής πολιτικής ανεξαρτήτως εκλογικών αποτελεσμάτων.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο ευρωπαϊκό επίπεδο παρατηρείται ευρύτερη τάση λήψης κρίσιμων αποφάσεων μέσω στενότερων θεσμικών σχηματισμών («coalitions of the willing») και νομικών εργαλείων που παρακάμπτουν μεμονωμένα βέτο, όταν διακυβεύονται στρατηγικές επιλογές.
Οι υποψήφιοι διάδοχοι και η υπερεκτίμηση του ρόλου του προέδρου
Στην αγορά, τα ονόματα που συζητούνται συχνότερα για τη διαδοχή της Λαγκάρντ - Κνοτ, ντε Κος, Νάγκελ και Σνάμπελ— θεωρούνται τεχνοκρατικά ισχυρά και με σαφή γνώση του ευρωσυστήματος.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αναλυτές, η επίδραση του εκάστοτε προέδρου στην κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής συχνά υπερεκτιμάται. Η ΕΚΤ δεν είναι «one-person institution». Η χάραξη πολιτικής βασίζεται στη συλλογική ψήφο του Governing Council, ενσωματώνει διαφορετικές εθνικές και μακροοικονομικές προσεγγίσεις, ακολουθεί ισχυρό πλαίσιο forward guidance. Ακόμη και μια μετατόπιση στον ιδεολογικό άξονα «hawk–dove» δύσκολα θα οδηγούσε σε δραματική αλλαγή πορείας επιτοκίων, ιδίως σε έναν κύκλο σταδιακής ομαλοποίησης της νομισματικής πολιτικής.
Υπονομεύει η πρόωρη διαδοχή την ανεξαρτησία;
Ένα βασικό επιχείρημα που αναδύεται είναι κατά πόσο η επίσπευση της επιλογής νέας ηγεσίας θα μπορούσε να θεωρηθεί πολιτική παρέμβαση. Η εμπειρία των κεντρικών τραπεζών δείχνει ότι οι διορισμοί κορυφής είναι εκ των πραγμάτων πολιτικές διαδικασίες. Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, δεν είναι ο τρόπος επιλογής, αλλά η λειτουργική ανεξαρτησία μετά την ανάληψη καθηκόντων.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο λειτουργεί ως «κορσές» έναντι αποκλίσεων, καθώς χώρες που παραβιάζουν σοβαρά τους κανόνες της Ένωσης μπορεί να χάσουν πρόσβαση σε κοινοτικά κονδύλια ή να βρεθούν αντιμέτωπες με αυξημένο κόστος χρηματοδότησης από τις αγορές — όπως φάνηκε χαρακτηριστικά στην περίπτωση της Ελλάδας το 2015. Αντίστοιχα, σύμφωνα με την Berenberg, η εμπειρία της Ουγγαρίας καταδεικνύει ότι η ΕΕ ασκεί πίεση κυρίως μέσω θεσμικών και χρηματοδοτικών εργαλείων και όχι μέσω παρέμβασης στην ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών.
Τελικά, η σύγκριση Fed–ΕΚΤ αποκαλύπτει μια δομική διαφορά: στις ΗΠΑ, η πολιτική μπορεί να πιέσει τη νομισματική αρχή άμεσα και δημόσια. Στην Ευρωζώνη, η ίδια η θεσμική αρχιτεκτονική λειτουργεί ως φίλτρο πολιτικών παρεμβάσεων. Και αυτό, σε μια εποχή αυξημένη πολιτικής αβεβαιότητας, συνιστά για τις αγορές έναν παράγοντα σταθερότητας μάλλον παρά αβεβαιότητας.