Πριν από έναν μήνα είχαμε επιχειρήσει, με μια θεωρητική άσκηση, να χαρτογραφήσουμε τη δυναμική του Γενικού Δείκτη του ΧΑ με βάση τις τιμές-στόχους που έδιναν τότε οι αναλυτές για τις 10 πιο δεικτοβαρείς μετοχές του ταμπλό. Από εκείνη την άσκηση προέκυπτε ως κεντρικό σενάριο μια άνοδος της τάξης του 13,5%, από τα επίπεδα των 2.100 μονάδων προς τις 2.400 μονάδες. Το αισιόδοξο σενάριο έδειχνε άνοδο της τάξης του 23% στις 2.600 μονάδες.
Έκτοτε οι τιμές-στόχοι έχουν αναθεωρηθεί ανοδικά από τους αναλυτές, σε πολλές περιπτώσεις σε διψήφια ποσοστά, ενώ υπάρχουν και μεμονωμένοι τίτλοι για τους οποίους οι αναθεωρήσεις είναι πραγματικά ιλιγγιώδεις. Και αυτό, πριν ανακοινωθεί η απόφαση της MSCI να επισπεύσει τη διαδικασία αναβάθμισης του ΧΑ στις ανεπτυγμένες αγορές.
Κεφαλαιοποίηση και ΑΕΠ
Σήμερα θα πάρουμε ως αφορμή τηνπρόσφατη ανάλυση της Optima Bank για τις προοπτικές του 2026. Πιο συγκεκριμένα, την αναφορά των αναλυτών της Optima στην αναλογία κεφαλαιοποίησης και ΑΕΠ. Τα στοιχεία δείχνουν ότι, για το τέλος του 2025, η κεφαλαιοποίηση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας ως ποσοστό επί του ΑΕΠ εκτιμάται στο 51%.
Οι αναλυτές της Optima επισημαίνουν ότι το ποσοστό αυτό παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο του 63% της περιόδου 1998-2008. Στο σχετικό γράφημα αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, το «φούσκωμα» του 1999 στο 108%, το «σκάσιμο» και η ραγδαία πτώση έως το 2003, η ανάκαμψη που ακολούθησε και, βεβαίως, η μετέπειτα κατάρρευση με τη χρεοκοπία της χώρας που εύσχημα αποκαλούμε «δημοσιονομική κρίση».

Βεβαίως, ούτε η ελληνική οικονομία ούτε το Χρηματιστήριο της Αθήνας έχουν σήμερα τα χαρακτηριστικά της περιόδου 1998-2008. Παρόλα αυτά, ο μέσος όρος εκείνης της περιόδου είναι από τα πιο συνεκτικά διαθέσιμα σημεία σύγκρισης. Εξάλλου, η περίοδος 1998-2008 περιλαμβάνει τόσο την ακραία άνοδο και την επακόλουθη κατάρρευση και, υπό αυτή την έννοια, αυτός ο ιστορικός μέσος όρος λειτουργεί ως σημείο αναφοράς που ενσωματώνει έναν πλήρη χρηματιστηριακό κύκλο και εξομαλύνει τις ακραίες διακυμάνσεις.
Με αυτά τα δεδομένα, διαπιστώνεται ότι η συνολική κεφαλαιοποίηση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας εξακολουθεί να υπολείπεται αισθητά των ιστορικών της επιπέδων ως ποσοστό του ΑΕΠ, και ορθώς ερμηνεύεται ως στοιχείο που αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο για υψηλότερα επίπεδα για τον Γενικό Δείκτη.
Η απόκλιση αυτή καταδεικνύει ότι, παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών και τη σημαντική άνοδο των τιμών των μετοχών τα τελευταία χρόνια, η αγορά συνολικά δεν έχει ακόμη επανέλθει σε επίπεδα αποτίμησης που ιστορικά θεωρούνταν πιο «ισορροπημένα» σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας.
Η προοπτική του Γενικού Δείκτη
Ακολουθώντας μια σκοπίμως απλουστευμένη προσέγγιση, διαπιστώνουμε ότι αν η συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς επανέλθει από το 51% προς τον ιστορικό μέσο όρο του 63% του ΑΕΠ, αυτό συνεπάγεται αύξηση της κεφαλαιοποίησης της τάξης του 20%-25%.
Βεβαίως, μια τέτοια μεταβολή δεν προϋποθέτει ομοιόμορφη άνοδο σε όλες τις εισηγμένες, ούτε γραμμική κίνηση των τιμών. Επίσης, σε περιόδους γενικότερου re-rating, όπως αυτή που διανύει η ελληνική αγορά, είναι μάλλον αναμενόμενο το μεγαλύτερο μέρος της ανόδου να «απορροφάται» από μετοχές μεγάλης κεφαλαιοποίησης και υψηλής ρευστότητας, οι οποίες αντιπροσωπεύουν και το μεγαλύτερο μέρος της χρηματιστηριακής αξίας της αγοράς.
Έστω και με αυτούς τους περιορισμούς, ο Γενικός Δείκτης παραμένει ο βασικός και πιο αντιπροσωπευτικός δείκτης αναφοράς της ελληνικής αγορά. Ως εκ τούτου, μια αύξηση της συνολικής κεφαλαιοποίησης της τάξης του 20%-25% θεωρητικά «μεταφράζεται», κατά προσέγγιση, σε αντίστοιχη μεταβολή της τιμής του. Κάτι που μας οδηγεί, ξανά, προς τις 2.600 μονάδες, έχοντας ως αφετηρία τα επίπεδα τιμών του Δεκεμβρίου.
Αυτή η σύγκλιση εύλογα ενισχύει την πεποίθηση ότι τα επίπεδα των 2.600 μονάδων, με τα δεδομένα του Δεκεμβρίου, αντανακλούν ένα ρεαλιστικό επίπεδο αποτιμήσεων που στηρίζεται τόσο από τα μακροοικονομικά όσο και από μικροοικονομικά δεδομένα.
Προφανώς, τα παραπάνω δεν αποτελούν πρόβλεψη ούτε χρονοδιάγραμμα. Πρόκειται για μια θεωρητική άσκηση, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τη διαφορετική δυναμική επιμέρους κλάδων ή μετοχών, ούτε πιθανές αυξήσεις κεφαλαίου, νέες εισαγωγές ή άλλες δομικές μεταβολές της αγοράς, όπως η πιθανή αναταξινόμηση του ΧΑ στις ανεπτυγμένες αγορές. Το μεγάλο ερώτημα εδώ είναι, αν η αγορά θα επανατιμολογηθεί πράγματι προς τα ιστορικά της επίπεδα σε σχέση με το ΑΕΠ. Είναι σημαντικό ότι, παρόλο που οι δύο προσεγγίσεις ξεκινούν από διαφορετική αφετηρία (η μία από τη συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς ως ποσοστό του ΑΕΠ και η άλλη από τις εκτιμήσεις των αναλυτών για επιμέρους μετοχές), εν τέλει καταλήγουν σε παρόμοια συμπεράσματα ως προς τα επίπεδα τιμών στα οποία θα μπορούσε να κινηθεί ο Γενικός Δείκτης.
Αξίζει να σημειωθεί, βεβαίως, ότι το ΑΕΠ αποτελεί μεταβαλλόμενο μέγεθος. Αν για παράδειγμα το ελληνικό ΑΕΠ αυξηθεί κατά 2,1% το 2026, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, αυτό σημαίνει ότι η επαναφορά της αναλογίας κεφαλαιοποίησης/ΑΕΠ προς υψηλότερα επίπεδα προϋποθέτει ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της χρηματιστηριακής αξίας σε απόλυτους όρους. Με άλλα λόγια, ο πήχης της ανατιμολόγησης ανεβαίνει.