Τονωτική «ένεση» φαίνεται ότι κάνει η χρήση των εναλλακτικών καυσίμων στις μεταφορές καθώς ενεργοποιούν έναν ολόκληρο κλάδο οποίος τα τελευταία χρόνια ζούσε μία από τις πιο υποτονικές εποχές του. Αυτοκινητοβιομηχανίες, συνεργεία και πρατήρια καυσίμων «ξαναπιάνουν» δουλειά για να μετατρέψουν τα συμβατικά οχήματα σε διπλής καύσης, να εφοδιάσουν τους οδηγούς με καύσιμα και να προσφέρουν εργοστασιακά μοντέλα στην αγορά του αυτοκινήτου.

Η ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου για την αεριοκίνηση και την υγραεριοκίνηση με τις προδιαγραφές λειτουργίας των πρατηρίων, τις προϋποθέσεις μετατροπής συμβατικών αυτοκινήτων σε διπλής καύσης και τις τεχνικές λεπτομέρειες ασφαλείας δημιουργεί ένα αναβαθμισμένο πλαίσιο ανάπτυξης μιας νέας αγοράς και ανταποκρίνεται στην αυξανόμενη ζήτηση των ιδιωτών και επαγγελματιών οδηγών για την χρήση οικονομικών καυσίμων.

Αυξάνονται τα πρατήρια στην Ελλάδα

Ο αυξανόμενος αριθμός πρατηρίων φυσικού αερίου και υγραερίου δημιουργεί νέες προοπτικές απασχόλησης και τονώνει την αγορά των καυσίμων.

Σήμερα λειτουργούν τουλάχιστον  275 πρατήρια LPG σε όλη την Ελλάδα και τα 39 βρίσκονται στην Αττική. Ωστόσο ο αριθμός αυτός αναμένεται να αυξηθεί σύντομα καθώς υπάρχει έντονο ενδιαφέρον από τον κλάδο των πρατηριούχων υγρών καυσίμων για προσθήκη του υγραερίου στη γκάμα προϊόντων τους .

Στην Ευρώπη λειτουργούν αυτή τη στιγμή περισσότεροι από 26.000 σταθμοί ανεφοδιασμού LPG, οι οποίοι εξυπηρετούν πάνω από 10 εκατομμύρια οχήματα διπλού καυσίμου (από τα οποία τα 2,6 εκατ. κυκλοφορούν στην Πολωνία).

Το φυσικό αέριο, με αρκετή καθυστέρηση, διευρύνει και αυτό το δίκτυό του με 7 πρατήρια σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Βόλο, Λάρισα και Λαμία ενώ αρκετά ακόμη βρίσκονται υπό κατασκευή.

Νέα προϊόντα και νέες θέσεις εργασίας

Η χρήση υγραερίου και φυσικού αερίου έχουν δώσει ώθηση στις αυτοκινητοβιομηχανίες να παράγουν νέα μοντέλα και κιτ μετατροπής. Αξιοσοημείωτο είναι ότι η χρήση των εναλλακτικών καυσίμων στις μεταφορές διευρύνεται πάρα την κρίση.

Η υγραεριοκίνηση είχε ξεκινήσει στη χώρα μας πάνω από μια δεκαετία. Χρειάστηκε όμως να επέλθει η κρίση για να εκτοξευθούν οι μετατροπές και η χρήση του υγραερίου στα αυτοκίνητα.

Το ίδιο συνέβη και με τις άλλες χρήσεις του υγραερίου, ενώ βοήθησε και η ανάπτυξη του τουρισμού στα νησιά. Έτσι, στα χρόνια δηλαδή της κρίσης, η αγορά υγραερίου είχε μια θεαματική αύξηση στη χώρα μας κατά 37 - 40%, τη στιγμή που όλα τα άλλα καύσιμα είδαν τις πωλήσεις τους να κατακρημνίζονται.

Σύμφωνα με τα στοιχεία από την αγορά η συνολική κατανάλωση υγραερίου το 2013 ήταν στη χώρα μας 405.000 μετρικούς τόνους. Από αυτούς, 70.000 μετρικοί τόνοι καταναλώθηκαν με τις φιάλες, 155.000 μετρικοί τόνοι χύμα και 180.000 μετρικοί τόνοι στην κίνηση αυτοκινήτων. Σύμφωνα με μελέτες, η χρήση υγραερίου θα αυξηθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια, δεδομένου ότι σε αρκετούς τομείς (πέραν της αυτοκίνησης, για παράδειγμα, στα οικιακά μπάρμπεκιου) είμαστε πίσω σε σχέση με άλλες χώρες.

Παράλληλα, το φυσικό αέριο στην κίνηση οχημάτων συμβάλει στην αύξηση θέσεων εργασίας στον τομέα των μετατροπών των οχημάτων και όπως σημειώνει ο κ.Γ. Καπετανάκης, Πρόεδρος του Ινστιτούτου Διαρκούς Επιμόρφωσης Επιχειρήσεων Αυτοκινήτου, ΙΔΕΕΑ: «Το φυσικό αέριο, ειδικά σε μια περίοδο κρίσης, δίνει ευκαιρίες στις εταιρείες που εμπλέκονται άμεσα και έμμεσα με τον κλάδο, στις αυτοκινητοβιομηχανίες, τις εισαγωγικές εταιρείες, στα συνεργεία, στα πρατήρια καυσίμων κλπ. Δίνει ώθηση στον κλάδο και είναι σίγουρο ότι θα έχει μεγάλη ανάπτυξη γιατί είναι ένα καύσιμο που συνδυάζει πολλά πλεονεκτήματα καθώς είναι καθαρό, οικονομικό, λειτουργικό, επιτρέπει την καλή λειτουργία του κινητήρα, είναι φιλικό προς το περιβάλλον. Εάν δοθούν και κίνητρα θα αναπτυχθεί θεαματικά».