Με ρυθμούς χελώνας προχωρά η αποζημίωση των 37 βιοδεικτών που περιλαμβάνονται στη νέα λίστα και οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την χορήγηση των καινοτόμων ογκολογικών θεραπειών, οι οποίες αποτελούν ζήτημα ζωής και θανάτου για τους ασθενείς με καρκίνο.
Η εικόνα που περιγράφουν οι ειδικοί της Ένωσης Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας (ΕΟΠΕ) και επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία του ΕΟΠΥΥ είναι απογοητευτική. Παρότι η επιστήμη τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και αναπτύσσονται διαρκώς νέες καινοτόμες θεραπείες οι διαβουλεύσεις για την αποζημίωση των νέων βιοδεικτών κρατούν χρόνια, καθώς απαιτείται η διενέργεια σύμβασης του ΕΟΠΥΥ με διαπιστευμένα/πιστοποιημένα εργαστήρια.
Σαν αποτέλεσμα αυτών των αργών διαδικασιών, παρότι η ένταξη των βιοδεικτών στην διαγνωστική και την θεραπευτική φαρέτρα και η αποζημίωσή τους έχουν θεσπιστεί μέσα από το νέο ερανιστικό νομοσχέδιο για την υγεία, στην πράξη οι βιοδείκτες παραμένουν «κλειδωμένοι», με σχεδόν το 20% από τα 69.000 νέα περιστατικά καρκίνου, που καταγράφονται στη χώρα μας ετησίως να έχει ανάγκη από μη αποζημιούμενο βιοδείκτη κατά την εκτίμηση του ογκολόγου παθολόγου Μιχαήλ Λιόντου, γενικού γραμματέα της ΕΟΠΕ. Οι ογκολογικοί ασθενείς που χρειάζεται να κάνουν μοριακό τεστ για μη αποζημιούμενο βιοδείκτη προκειμένου να υποβληθούν στη θεραπεία τους είτε πρέπει να καλύψουν το κόστος από την τσέπη τους είτε μπορούν να προσφύγουν στα προγράμματα κάλυψης αυτής της δαπάνης που υλοποιούν οι φαρμακευτικές εταιρείες.
Ωστόσο, τα κόστη αυτά περιλαμβάνονται στη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη, που δεν καλύπτεται πλήρως λόγω ελλείμματος στη χρηματοδότηση. Κι αυτό γιατί ενώ η εκτιμούμενη από μελέτη του Τμήματος Πολιτικών Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής (ΠΑΔΑ) ανέρχεται στα 18 εκατ. ευρώ για τους βιοδείκτες, το υπουργείο Υγείας στην συμπίεσε στα 5 εκατ ευρώ, ποσό που θεωρείται ανεπαρκές.
Υψηλή ανταποδοτικότητα, κάθε 1 ευρώ σε βιοδείκτη επιστρέφει πίσω 12 ευρώ στην Υγεία
Ας πιάσουμε αυτόν τον μπλεγμένο μίτο από την αρχή: Η νέα λίστα που περιλαμβάνει 37 βιοδείκτες μετά την λίστα των πρώτων βιοδεικτών του 2014 ανοίγει δυνατότητες νέας θεραπευτικής αντιμετώπισης στους ασθενείς με καρκίνο, όμως στην πράξη τα πράγματα δεν είναι τόσο αισιόδοξα όσο ηχούν. Η απαιτούμενη δαπάνη από κρατικό χρήμα είχε εκτιμηθεί από μελέτη του Αναπληρωτή Καθηγητή Οικονομικών της Υγείας του ΠΑΔΑ Κώστα Αθανασάκη στα 18 εκατ. €, ενώ στην ίδια μελέτη αναδεικνύεται η υψηλή ανταποδοτικότητα των βιοδεικτών καθώς κάθε 1 ευρώ που επενδύεται σε βιοδείκτη επιστρέφει στο σύστημα υγείας 12 ευρώ.
Στα 5 εκατ. ευρώ η κρατική δαπάνη για τους βιοδείκτες
Επιπλέον οι βιοδείκτες εκτός από εξαιρετικά ανταποδοτικοί είναι και προαπαιτούμενοι σε μία σειρά καρκίνων προκειμένου να μπορεί να χορηγηθεί η καινοτόμος στοχευμένη θεραπεία ή η ανοσοθεραπεία τους ασθενής, όπως εξηγούν οι ογκολόγοι παθολόγοι Εμμανουήλ Σαλούστρος και Αριστοτέλης Μπάμιας αντίστοιχα πρόεδρος και αντιπρόεδρος της ΕΟΠΕ.
Στην πατρίδα μας η δαπάνη αυτή ουσιαστικά στην πράξη συρρικνώθηκε για τον ΕΟΠΠΥ στα 5 εκατ. ευρώ, ξεκινώντας από μια αρχική εκτίμηση του υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη στα 3,5 εκατ. ευρώ-ποσό το οποίο αυξήθηκε στη συνέχεια κατά 1,5 εκατ. ευρώ.
Στη δεδομένη συγκυρία που η χώρα μας σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΟΠΕ και της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καρκίνου (ΕΛΛΟΚ) καταγράφει περίπου 68.000-69.000 νέα περιστατικά καρκίνου ετησίως, το 20% αυτών των ασθενών (1 στους 4) χρειάζεται βιοδείκτη που δεν αποζημιώνεται μέχρι στιγμής, με την Αντιπρόεδρο της ΕΛΛΟΚ Παρασκευή Μιχαλοπούλου να υπογραμμίζει πως αυτό το ποσοστό για τις γυναίκες με γυναικολογικό καρκίνο ανέρχεται στο 100% των ασθενών. «Κάθε μη αποζημιούμενος βιοδείκτης ισοδυναμεί με χαμένη ευκαιρία σε ογκολογική θεραπεία» επισημαίνει ο πρόεδρος της ΕΟΠΕ Εμμανουήλ Σαλούστρος, υπογραμμίζοντας πως πίσω από τους αριθμούς και τα ποσοστά βρίσκονται ανθρώπινες ζωές.
Η εξέταση για έναν βιοδείκτη κοστίζει περίπου 200 ευρώ
Από την μεριά του Συλλόγου των Κλινικών Εργαστηριακών Γενετιστών, η αντιπρόεδρος Ασπασία Διβανέ επισημαίνει ότι μια εξέταση για έναν βιοδείκτη μπορεί να κοστίζει γύρω στα 200 ευρώ, αν όμως μιλάμε για μεγαλύτερο εύρος αναζήτησης (αυτό που αποκαλείται εργαστηριακά «πάνελ»), τότε η τιμή ανεβαίνει κατ’ αντιστοιχία. Στη δεδομένη συγκυρία εξετάσεις για βιοδείκτες κάνουν τρία ιδιωτικά εργαστήρια όλα κι όλα στο λεκανοπέδιο Αττικής, που έχουν σύμβαση με τον ΕΟΠΥΥ, με τον ΕΟΠΠΥ να συνεχίζει τη διαπραγμάτευση προκειμένου να διαπιστευτούν και άλλα εργαστήρια. Διευκρινίζεται ότι η διαπίστευση γίνεται ανά εξέταση και πως αντίστοιχες εξετάσεις στο ΕΣΥ μπορούν να γίνουν μόνο σε 3 νοσοκομεία του Λεκανοπεδίου Αττικής, το Λαϊκό νοσοκομείο, το Κωνσταντοπούλειο νοσοκομείο και ο Άγιος Σάββας.
Το ζήτημα με τον «κλειδωμένο» βιοδείκτη HRD και τις γυναίκες με καρκίνο των ωοθηκών
Όπως εξηγεί η αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καρκίνου (ΕΛΛΟΚ) Παρασκευή Μιχαλοπούλου και πρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου γυναικών με καρκίνο του μαστού «Άλμα ζωής» όλες οι γυναίκες με γυναικολογικό καρκίνο χρειάζονται πρόσβαση σε έναν βιοδείκτη και αυτή τη στιγμή μεγάλο πρόβλημα υπάρχει με τα 800 περίπου νέα περιστατικά καρκίνου των ωοθηκών που δεν έχουν πρόσβαση στον απαιτούμενο βιοδείκτη ο οποίος λόγω λανθασμένης διατύπωσης στα έγγραφα του ΕΟΠΠΥ έχει μείνει «κλειδωμένος».
Αυτός ο βιοδείκτης γνωστός ως HRD είναι απαιτούμενος για να λάβουν την θεραπεία τους οι γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών και αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να προχωρήσει η αποζημίωση του. Ο Σπύρος Γούλας Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού στον ΕΟΠΥΥ εκτιμά ότι τα πράγματα προχωρούν και ότι θα υπάρξει μεγαλύτερη αύξηση της δαπάνης για τους βιοδείκτες στο μέλλον, ενώ αναδεικνύει μια δυσπραγία αναφορικά με τα νοσοκομειακά εργαστήρια. Ο ίδιος εξηγεί ότι δεν βλέπει μεγάλο ενδιαφέρον διαπίστευσης-που είναι απαιτούμενη ως εγγύηση της ποιότητας και της επαναληψιμότητας των μοριακών τεστ- ενώ εκτιμά ότι θα γίνουν περισσότερες συμβάσεις με άλλα εργαστήρια του ιδιωτικού τομέα.
Την ίδια ώρα ωστόσο, ο Μιχαήλ Λιόντος και ο Εμμανουήλ Σαλούστρος από την ΕΟΠΕ καταδεικνύουν και τον βαθμό αύξησης των αναγκών λέγοντας πως κάθε χρόνο θα εγκρίνονται περίπου τέσσερις έως οκτώ (4-8) νέοι βιοδείκτες, με τη συμμετοχή της τεχνητής νοημοσύνης ΑΙ να αυξάνει ακόμα περισσότερο αυτόν τον αριθμό. Οπότε εάν χρονοτριβούμε τόσο πολύ να εγκρίνουμε τους βιοδείκτες που ήδη συμπεριλαμβάνονται στο νέο κατάλογο, τι θα γίνει με τους βιοδείκτες που βρίσκονται καθοδόν;
Θα χρειαστεί να περιμένουμε άλλα 4 χρόνια διερωτάται ο ΣΦΕΕ
Από τη μεριά του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ), ο γενικός διευθυντής Μιχάλης Χειμώνας εξηγεί πως όταν ξεκίνησαν οι βιοδείκτες με τα ογκογονίδια BraC1 & BraC2 για τον καρκίνο του μαστού και αργότερα για τον καρκίνο των ωοθηκών χρειάστηκε να περάσουν περίπου τέσσερα χρόνια για να προστεθούν και άλλοι βιοδείκτες στην αποζημίωση και να προχωρήσει η αποζημίωση στην πράξη. Γιατί είναι άλλο πράγμα στην Ελλάδα να θεσμοθετείται κάτι διά νόμου και άλλο να εφαρμόζεται στην κλινική πράξη.
Αυτή τη στιγμή, διερωτάται ο Μιχάλης Χειμώνας αν θα πρέπει να περιμένουμε άλλα τέσσερα χρόνια για τους 37 νέους βιοδείκτες- προσθέτοντας πως οι ογκολογικοί ασθενείς δεν μπορούν να περιμένουν 4 χρόνια…
Στην αποζημίωση των βιοδεικτών πολλές φαρμακευτικές εταιρείες που ηγούνται στην καινοτομία έχουν αφήσει το αποτύπωμα τους, υλοποιώντας προγράμματα για την κάλυψη των αναγκών. Ένα απ’ αυτά τα προγράμματα κάλυψε περίπου 4000 ογκολογικούς ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα που έχουν ανάγκη βιοδείκτη ο οποίος δεν αποζημιώνεται από το ελληνικό κράτος. Η Astra Zeneca έχει αφήσει το προσωπικό της στίγμα πρωτοστατώντας με πρόγραμμα κάλυψης της δαπάνης για την αποζημίωση βιοδείκτη (BraC) για τις ασθενείς με καρκίνο των ωοθηκών και συνεχίζει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων με την κάλυψη ανεκπλήρωτων αναγκών.
Καταλήγοντας, η ΕΟΠΕ επισημαίνει μέσω των επιστημόνων της ότι η επένδυση στην πρόληψη είναι πάρα πολύ σημαντική αλλά πρέπει να ακολουθείτε και από μία αντίστοιχη επένδυση στη θεραπεία και οι βιοδείκτες είναι κρίσιμοι παράγοντες για την πρόσβαση στις καινοτόμες θεραπείες, καθώς υποδηλώνουν τις ομάδες των ασθενών που θα έχουν πραγματικό όφελος από τη χορήγηση της θεραπείας.
Στην Ελλάδα υπάρχει κάτι το οποίο δεν απαντάται σε άλλα κράτη: Το κράτος μέσω των υπουργείων του νομοθετεί αλλά το νομοθέτημα αργεί πολύ να γίνει πράξη και εδώ όταν μιλάμε για καθυστερήσεις χρονών δε μιλάμε απλά για ένα πολιτικό σύστημα που ολιγωρεί. Μιλάμε για καθυστερήσεις που έχουν αντίκτυπο στη ζωή των ογκολογικών ασθενών για τους οποίους ο χρόνος τελειώνει….



