Η Ελλάδα έχει για τον πληθυσμό της από τα υψηλότερα ποσοστά ασθενών με διαβήτη στην Ευρώπη, που φτάνει το 12% έναντι του 9% του μέσου όρου, ενώ έχει και πολύ υψηλά ποσοστά θνησιμότητας από τις επιπλοκές της νόσου, με τις καρδιαγγειακές επιπλοκές να αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου. Υψηλότερο κίνδυνο αντιμετωπίζουν οι 10.000 ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση στις Μονάδες Τεχνητού Νεφρού, εξαιτίας νεφρικής ανεπάρκειας τελικού σταδίου. Στην επικράτεια, το 65% έως 70% των αιμοκαθαιρόμενων ασθενών είναι άτομα με διαβήτη, με τη χρόνια νεφρική νόσο και το έμφραγμα του μυοκαρδίου να αποτελούν τις δύο βασικότερες επιπλοκές του διαβήτη.
Ταυτόχρονα η Ελλάδα μαζί με την Τσεχία, την Σλοβακία και την Ιρλανδία αποτελούν τις τέσσερις χώρες στις οποίες οι νέες τεχνολογίες συνεχόμενης καταγραφής γλυκόζης (τα λεγόμενα CGMs) δεν αποζημιώνονται για τον διαβήτη τύπου 2 παρά μόνο για τον διαβήτη τύπου 1. Στο σημείο αυτό διευκρινίζουμε πώς τα Συστήματα Συνεχούς Καταγραφής Γλυκόζης (CGMs - Continuous Glucose Monitoring) αποτελούν μια επαναστατική τεχνολογία στη διαχείριση του διαβήτη, επιτρέποντας την 24ωρη παρακολούθηση των επιπέδων σακχάρου χωρίς την ανάγκη συνεχών τρυπημάτων στα δάκτυλα.
50.000 ασθενείς με διαβήτη 2 χρειάζονται τις νέες τεχνολογίες
Στην ελληνική επικράτεια, 1,2 εκατ. άτομα νοσούν με σακχαρώδη διαβήτη, όπως προκύπτει και από τα στοιχεία της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης της ΗΔΙΚΑ. Όπως επισημαίνει ο Καθηγητής Παθολογίας και Διαβητικών Νοσημάτων Κωνσταντίνος Μακρυλάκης, διευθυντής της Α’ παθολογικής προπαιδευτικής κλινικής και του διαβητολογικού κέντρου στο «Λαϊκό» νοσοκομείο και πρόεδρος της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας, μέχρι το 2045 ο αριθμός των διαβητικών ασθενών στην Ευρώπη θα έχει αυξηθεί κατά επιπλέον 10%.
- Διαβάστε ακόμα - Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2: Ποια φάρμακα μειώνουν κατά 24% την θνησιμότητα από καρδιά
Από το σύνολο των διαβητικών ασθενών της πατρίδας μας, το 95% αφορά διαβητικούς με διαβήτη τύπου 2, εκ των οποίων περίπου 50.000 ασθενείς χρειάζονται τις νέες τεχνολογίες, για να πετύχουν καλύτερη γλυκαιμική ρύθμιση (δηλαδή διατήρηση των επιπέδων γλυκόζης εντός φυσιολογικών ορίων και την αποφυγή υπογλυκαιμιών) ώστε να αποφύγουν τον κίνδυνο των επιπλοκών.
Το κόστος ενός ασθενούς με CGM (σύστημα συνεχόμενης καταγραφής γλυκόζης) ανέρχεται ετησίως στα 1000 ευρώ για το Σύστημα Υγείας, με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ατόμων-Συλλόγων με Σακχαρώδη Διαβήτη ΠΟΣΣΑΣΔΙΑ να επισημαίνει μέσω του προέδρου της Χρήστου Δαραμήλα, πως η χρήση των CGMs εκπαιδεύει τον ασθενή, τον βοηθά να κατανοήσει ποια είναι η αλληλεπίδραση της διατροφής με την γλυκόζη του αίματος και την ινσουλίνη, προσφέρει στον γιατρό την δυνατότητα μέσω τηλεϊατρικής να παρακολουθεί τον ασθενή του σε αληθινό χρόνο, μειώνει σημαντικά τον χρόνο του ιατρικού ραντεβού καθώς εφοδιάζει τον γιατρό με μια συνεχόμενη ροή μετρήσεων και συμβάλλει καθοριστικά στη μείωση των υπογλυκαιμιών και των υπεργλυκαιμιών, μειώνοντας δραστικά τις νοσηλείες.

Η ΠΟΣΣΑΣΔΙΑ κάνει έκκληση στην Πολιτεία να βρεθεί το κονδύλι των περίπου 50 εκατ. ευρώ που απαιτείται προκειμένου να έχουν πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που τις χρειάζονται, ώστε να αποφευχθούν οι επιπλοκές και οι σχετιζόμενες με αυτές νοσηλείες. Ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης δεσμεύτηκε ότι θα εξετάσει το ζήτημα και θα κατευθύνει προς αυτόν τον σκοπό τα 35 εκατ. ευρώ που εξοικονομεί ετησίως το κράτος από το rebate στα ιατροτεχνολογικά προϊόντα.
Το κόστος των CGMs είναι πολύ μικρότερο αν συγκριθεί με το κόστος των επιπλοκών του διαβήτη
Το ισχυρότερο επιχείρημα των διαβητικών ασθενών που εκπροσωπούνται από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ατόμων Συλλόγων με Διαβήτη ΠΟΣΣΑΣΔΙΑ, και την Ελληνική Ομοσπονδία Διαβήτη είναι πως οι πολιτικές υγείας του κράτους δεν πρέπει να παραμένουν φθηνές στα πίτουρα και ακριβές στο αλεύρι, γιατί μπορεί ένας ασθενής που χρησιμοποιεί τα συστήματα CGMs να κοστίζει ετησίως 1000 ευρώ, αλλά ένας διαβητικός με διαβητική νεφροπάθεια που παθαίνει νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου και κάνει αιμοκάθαρση κοστίζει 1000 ευρώ το διήμερο ή 182.500 ευρώ τον χρόνο -μόνο για τη Μονάδα Τεχνητού Νεφρού- χωρίς να συνυπολογιστούν οι συννοσηρότητες, οι λοιμώξεις και άλλα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Τα κόστη στην υγεία δεν πρέπει να υπολογίζονται με στείρα λογιστική λογική ως δαπάνη, αλλά ως επένδυση ειδικά όταν έχουν υψηλή ανταποδοτικότητα και μακροπρόθεσμα συμβάλλουν στην εξοικονόμηση σημαντικών πόρων που μπορούν να δοθούν για την κάλυψη άλλων κενών.
Παρόμοιες διαμαρτυρίες έκαναν πρόσφατα και οι λοιμωξιολόγοι για το γεγονός ότι στην Ελλάδα φτάνουν με το σταγονόμετρο (και μέσω ΙΦΕΤ, με γραφειοκρατικές καθυστερήσεις) τα καινοτόμα αντιβιοτικά που είναι απαραίτητα για την καταπολέμηση των πολυανθεκτικών λοιμώξεων λόγω του υψηλού τους κόστους που μπορεί να φτάσει ανά θεραπεία τα 10.000 ευρώ. Όμως τέτοιες ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις γίνονται αιτία να χάσουν τη ζωή τους μεταμοσχευμένοι ασθενείς που κολλούν ένα πολυανθεκτικό μικρόβιο μέσα στη Μονάδα, ενώ έχουν πρόσφατα υποβληθεί σε μια σωτήρια επέμβαση μεταμόσχευσης συνολικού κόστους 70.000-80.000 ευρώ.
Μεγάλες ελλείψεις προσωπικού στα Διαβητολογικά Κέντρα
Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα για τους διαβητικούς ασθενείς, που είναι άμεσα συνδεδεμένο με την απαιτούμενη εκπαίδευση τους και την συστηματική τους παρακολούθηση αφορά την επάνδρωση των διαβητολογικών Κέντρων και διαβητολογικών Ιατρείων στα δημόσια νοσοκομεία, που αντιμετωπίζουν μεγάλες ελλείψεις σε εξειδικευμένο προσωπικό. Πέρα από την διάλυση τους στα χρόνια των μνημονίων, με τις μαζικές συνταξιοδοτήσεις γιατρών και την μαζική φυγή επιστημόνων στο εξωτερικό (drain brain), υπάρχουν και αντιφατικοί νόμοι που εμποδίζουν την εξειδίκευση των γιατρών στον διαβήτη και συνεπώς δημιουργούν πρόσθετα εμπόδια στην στελέχωση των διαβητολογικών Κέντρων.
Όπως εξηγούν, ο καθηγητής Κωνσταντίνος Μακρυλάκης και η Βασιλική Βασιλείου, Συντονίστρια Διευθύντρια Ενδοκρινολογικού Τμήματος και διαβητολογικού Κέντρου στο νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», ειδική Γραμματέας ΕΣΥ της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρίας, αντιφατικοί Νόμοι του κράτους εμποδίζουν την επιλογή των νεοεισαχθέντρων γιατρών στο ΕΣΥ να εξειδικευτούν στον διαβήτη –εκτός και αν το πράξουν μέσα στο πρώτο έτος της 5ετούς θητείας τους. Αν δεν το κάνουν μέσα στο 1ο έτος, χάνουν το χρονικό περιθώριο να το κάνουν μετά. Η Ελληνική Διαβητολογική Εταιρία έχει συνάντηση με τον Υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη τις προσεχείς ημέρες προκειμένου να επιλυθεί το σοβαρό αυτό ζήτημα.