Την επενδυτική του στρατηγική που στηρίζει τη βαθιά τεχνολογία (deep tech) της χώρας αναμένεται να συνεχίσει το Uni.Fund, το venture capital fund που ξεκίνησε το 2018 και ήδη έχει επενδύσει το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων του δεύτερου fund του. Προσβλέποντας να πραγματοποιήσει τουλάχιστον ακόμη δύο επενδύσεις το προσεχές διάστημα μέσω του Uni.Fund II, σχεδιάζει παράλληλα να εκκινήσει σχετικά σύντομα τη διαδικασία αναζήτησης κεφαλαίων και για ένα τρίτο αντίστοιχο επενδυτικό σχήμα, πιθανότατα προς τα τέλη του 2026 ή το 2027.
«Ξεκινήσαμε τον Ιανουάριο του 2018 σε μια τελείως διαφορετική κατάσταση για το οικοσύστημα. Τότε η Ελλάδα βρισκόταν στην κορυφή του brain drain στην Ευρώπη και ο στόχος μας ήταν να βάλουμε λίγο “λάδι στη φωτιά” της καινοτομίας και να αλλάξουμε το τοπίο», ανέφερε η Κατερίνα Πραματάρη, Founding Partner του Uni.Fund και Καθηγήτρια στο Τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών σε χθεσινή συνάντηση με δημοσιογράφους.
Όπως εξήγησαν οι partners του fund, εννέα χρόνια μετά η εικόνα του οικοσυστήματος έχει αλλάξει σημαντικά. Το deal flow θεωρείται πλέον πιο ώριμο, ενώ η ποιότητα των ομάδων και των εταιρειών που ζητούν χρηματοδότηση είναι αισθητά βελτιωμένη. «Σε σχέση με το εξωτερικό είμαστε ακόμη στην αρχή, αλλά σε πολύ καλύτερη κατάσταση από ότι στο παρελθόν», προσέθεσαν χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι πλέον περισσότεροι νέοι βλέπουν τη νεοφυή επιχειρηματικότητα ως επαγγελματική επιλογή, σε αντίθεση με την περίοδο 2018-2022 όπου οι περισσότεροι κορυφαίοι απόφοιτοι κατευθύνονταν προς τις Big Four και τις μεγάλες πολυεθνικές.
Οι επενδύσεις του Uni.Fund I & II
Να θυμίσουμε ότι το πρώτο fund, Uni.Fund I, ύψους 30 εκατ. ευρώ, συστάθηκε με τη στήριξη του EquiFund και του EIF και πραγματοποίησε 23 επενδύσεις, εκ των οποίων οι 21 αφορούσαν τεχνοβλαστούς και πανεπιστημιακές τεχνολογίες. Η στόχευση ήταν σε εταιρείες pre-seed και seed σταδίου, οι οποίες δραστηριοποιούνται κυρίως στο deep tech και αξιοποιούν τεχνολογία που αναπτύχθηκε μέσα σε πανεπιστημιακά ή ερευνητικά εργαστήρια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασαν οι partners του fund, όλες οι εταιρείες του πρώτου χαρτοφυλακίου παραμένουν ενεργές — κάτι που θεωρείται ιδιαίτερα σπάνιο για την κατηγορία αυτή των επενδύσεων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί follow-on επενδύσεις στις περισσότερες από αυτές, ενώ αν και δεν έχει υπάρξει ακόμη exit, οι αποτιμήσεις στους τελευταίους γύρους χρηματοδότησης κινούνται σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι οι εταιρείες του Uni.Fund I ξεκίνησαν με συνολικό κύκλο εργασιών περίπου 5-6 εκατ. ευρώ και σήμερα ξεπερνούν αθροιστικά τα 110 εκατ. ευρώ, έχοντας δημιουργήσει ή διατηρήσει περισσότερες από 700 θέσεις εργασίας. Παράλληλα, έχουν προσελκύσει πάνω από 100 εκατ. ευρώ ιδιωτικών κεφαλαίων.
Το δεύτερο fund, Uni.Fund II, που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2023, κατάφερε να διπλασιάσει σχεδόν τη «δύναμη πυρός» του, συγκεντρώνοντας 50 εκατ. ευρώ με τη συμμετοχή του EIF, της Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΑΤΕ), της ΕΑΤ αλλά και ιδιωτών επενδυτών. Μέχρι σήμερα έχει πραγματοποιήσει 20 επενδύσεις seed και late-seed σταδίου, με επενδεδυμένα κεφάλαια που αγγίζουν τα 22 εκατ. ευρώ. Για την συνέχεια αναμένεται να προχωρήσει σε τουλάχιστον 2 ακόμα επενδύσεις σε εταιρείες, με τα υπόλοιπα κεφάλαι να αναμένεται να χρησιμοποιούν για follow on επενδύσεις σε υφιστάμενες εταιρείες.
Όταν η τεχνολογία συναντά την πραγματική οικονομία
Σύμφωνα με τους ιδρυτές του το fund παραμένει sector agnostic, αν και οι περισσότερες επενδύσεις κινούνται γύρω από το deep tech και το AI γύρω από τον τομέα της υγείας, τα νέα υλικά, την ενέργεια, το construction tech και τη βιομηχανική τεχνολογία. Επενδύουμε όπου «η τεχνολογία συναντά την πραγματική οικονομία», ανέφεραν χαρακτηριστικά οι partners του fund, σημειώνοντας ότι οι πιο ενδιαφέρουσες εταιρείες σήμερα συνδυάζουν hardware και software και χτίζουν «defensibility» γύρω από εφαρμογές AI.
Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η Terra Robotics, η οποία αναπτύσσει τεχνολογία αυτόνομης διαχείρισης ζιζανίων για τη γεωργία και ήδη συμμετέχει σε incubator της Microsoft στη Βοστώνη σε συνεργασία με τη NVIDIA. Στο χαρτοφυλάκιο του fund βρίσκονται επίσης εταιρείες όπως η FlexCar, η Kinvent αλλά και άλλες εταιρείες που αναπτύσσονται τόσο σε Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Όπως επεσήμαναν άλλωστε είναι πολλές οι εταιρείες του χαρτοφυλακίου τους που πλέον πραγματοποιούν πωλήσεις στο εξωτερικό.
Προϋπόθεση πάντως για κάθε νέα επένδυση παραμένει η ύπαρξη ελληνικού DNA και ουσιαστικής παρουσίας στην Ελλάδα, είτε μέσω έδρας είτε μέσω R&D δραστηριότητας. «Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει ελληνική εταιρεία και ελληνική ερευνητική βάση» ανέφεραν χαρακτηριστικά επισημαίνοντας ότι η χώρα έχει βελτιώσει το brand name της γεγονός που βοηθά σημαντικά.
Σε αυτό το πλαίσιο επεσήμαναν μάλιστα ότι ήδη οι ζυμώσεις για την δημιουργία του τρίτου fund έχει ξεκινήσει με τον στόχο των κεφαλαίων να τοποθετείται στα ίδια ή και σε υψηλότερα επίπεδα από το Uni.Fund II. Απέφυγαν βέβαια να δώσουν περισσότερες λεπτομέρειες καθως η επενδυτική περίοδος του προηγούμενου fund δεν έχει ολοκληρωθεί.
Πλησιάζει η ώρα των exits
Όσον αφορά την ευρύτερη startup σκηνή, τόσο η κα Πραματάρη, όσο και οι κ. Κωνσταντίνος Λαύκας, Πάνος Λιούλιας και Σωτήρης Παπαντωνόπουλος επεσήμαναν ότι τα καλύτερα είναι μπροστά μας, καθώς μέσα στα επόμενα χρόνια θα αρχίσουν να κεφαλαιοποιούνται οι προσπάθειες όλου του προηγούμενου διαστήματος. Στον αντίλογο μάλιστα ότι μέχρι και σήμερα δεν έχει υπάρξει κάποιο ηχηρό exit για να ενισχύσει το αφήγημα του οικοσυστήματος στην Ελλάδα, οι partners του fund απάντησαν ότι οι πρώτες αποεπενδύσεις βρίσκονται κοντά, κάτι που ισχύει και για τις εταιρείες του Uni.Fund I. «Ο καιρός γαρ εγγύς», ανέφεραν χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι τα exits των εταιρειών που δημιουργήθηκαν μετά το 2018 αναμένονται κυρίως μέσα στην επόμενη διετία και θα περιλαμβάνουν είτε εξαγορές είτε εισαγωγή σε χρηματιστηριακές αγορές στην Ελλάδα ή και στο εξωτερικό.
Σύμφωνα με τους ίδιους, το ελληνικό οικοσύστημα βρίσκεται σήμερα σε φάση σημαντικής ωρίμανσης, με ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον τόσο από private equity funds όσο και από διεθνείς επενδυτές. «Τέτοιο επενδυτικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα δεν υπήρχε στο παρελθόν», σημείωσαν, προσθέτοντας ότι η χώρα παραμένει ανταγωνιστική, διαθέτει υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό και προσφέρει έναν ιδιαίτερα ελκυστικό τρόπο ζωής, ο οποίος λειτουργεί πλέον ως βασικό πλεονέκτημα για την προσέλκυση ταλέντου και εταιρειών.
«Η επιτυχία θα φέρει επιτυχία», ανέφεραν χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι το επόμενο μεγάλο στοίχημα για το ελληνικό οικοσύστημα θα είναι η δημιουργία ενός “πυροτεχνήματος” — μιας μεγάλης επιτυχίας ελληνικής startup που θα λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς για ολόκληρη την αγορά.
Τόνισαν πάντως ότι εξακολουθούν να υπάρχουν τομείς που χρειάζονται βελτίωση. Μεταξύ αυτών ανέφεραν τα φορολογικά κίνητρα για επενδυτές, τη μεγαλύτερη συμμετοχή μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων σε startups, αλλά και την ταχύτερη χρηματοδότηση από τις τράπεζες. Όπως σημείωσαν, πολλές νεοφυείς επιχειρήσεις που έχουν ήδη εξασφαλίσει χρηματοδότηση και εμπορικά συμβόλαια δυσκολεύονται ακόμη να αποκτήσουν γρήγορα γραμμές κεφαλαίου κίνησης από το τραπεζικό σύστημα.