Ένας στους πέντε Ευρωπαίους, δηλαδή 92,7 εκατομμύρια άνθρωποι, αντιμετωπίζουν ακόμη κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, παρά τη δέσμευση της ΕΕ να μειώσει τον αριθμό τους κατά τουλάχιστον 15 εκατομμύρια. Η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη για τα παιδιά, καθώς ένα στα τέσσερα διατρέχει αυτόν τον κίνδυνο.
Στόχος του «Κοινωνικού Πακέτου» που εγκρίνει σήμερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι να συνδράμει τα άτομα που βιώνουν φτώχεια, υψηλό κόστος στέγασης, αποκλεισμό από την εκπαίδευση, το σύστημα υγείας, την εργασία. Το ζητούμενο είναι η λήψη άμεσων και γενναίων μέτρων πανευρωπαϊκά, προκειμένου έως το 2030 να μειωθεί ο αριθμός των ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού κατά 15 εκατομμύρια άτομα και έως το 2050 να εξαλειφθεί εντελώς.
Με βάση τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για το 2025, το υψηλότερο ποσοστό ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού καταγράφηκε στη Βουλγαρία (29,0%) και ακολουθεί η Ελλάδα (27,5%) και η Ρουμανία (27,4%). Αντίθετα, τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στην Τσεχία (11,5%), την Πολωνία (15,0%) και τη Σλοβενία (15,5%).
Στην χώρα μας μάλιστα ο δείκτης που βρίσκεται στα «κόκκινα» σε ότι αφορά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα ευάλωτα νοικοκυριά, είναι εκείνος της στέγασης. Πιο συγκεκριμένα, το κόστος στέγασης στην Ελλάδα είναι δυσθεώρητο και αγγίζει το ποσοστό του 26,4%, όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη κινείται σε μονοψήφια νούμερα (7,7% κατά μέσο όρο). Με τις τιμές στα ενοίκια να αντιστοιχούν ακόμη και στο 70,2% του μέσου μηνιαίου μισθού (στα μεγάλα αστικά κέντρα), και η δαπάνη αγοράς κατοικίας να αυξάνεται ταχύτερα από τα εισοδήματα, η στεγαστική επιβάρυνση των Ελλήνων συνεχίζεται ακάθεκτη.

Γενικότερα ο δείκτης φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα παρέμεινε σε πολύ υψηλά επίπεδα το 2025 (στο 27,5%), σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ (20,9%), ενώ το ποσοστό των παιδιών σε κίνδυνο φτώχειας βρέθηκε σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα (29,6% έναντι 24,3% που είναι ο μέσος όρος στην ΕΕ).
Η επίδραση των κοινωνικών μεταβιβάσεων (εκτός συντάξεων) στη μείωση της φτώχειας είναι αρκετά χαμηλή στο 15,5%, όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι στο 33,2%. Παράλληλα το χάσμα απασχόλησης ατόμων με αναπηρία στη χώρα μας διαμορφώνεται στο 35,9% (24,2% στην ΕΕ).
Ακόμη δύο δείκτες που έχουν μεγάλη απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι η ανεκπλήρωτη ανάγκη για ιατρική φροντίδα (11,5% έναντι 2,4% στην ΕΕ), καθώς και η φροντίδα των παιδιών κάτω των 3 ετών (23,7% έναντι 40,5% στην ΕΕ).
Η Εθνική Στρατηγική κατά της Φτώχειας στη χώρα μας για την περίοδο 2021–2027 έχει χρηματοδοτηθεί με κονδύλια ύψους 2,3 δισ. ευρώ από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους. Από το ποσό αυτό, σχεδόν 900 εκατομμύρια ευρώ διατίθενται για την αντιμετώπιση της παιδικής φτώχειας.
Ορισμένες από τις πιο εμβληματικές της δράσεις αφορούν την ισότιμη συμμετοχή στην ανώτατη εκπαίδευση παιδιών από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, ή τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες, τη μείωση των ανισοτήτων στην πρόσβαση σε δομές υγείας, την σύνδεση των κοινωνικών παροχών με υπηρεσίες ένταξης στην αγορά εργασίας για άτομα με αναπηρία, Ρομά, άστεγους κλπ.