Στο επίκεντρο της κυβερνητικής στρατηγικής για τη λειψυδρία μπαίνουν πλέον οι μεγαλύτερες επενδύσεις σε υποδομές ύδρευσης και αφαλάτωσης, σε περιοχές όπου η πίεση στους υδατικούς πόρους έχει ξεπεράσει τα όρια.
Από μεγάλα αστικά κέντρα έως νησιά με έντονη τουριστική αιχμή, το βάρος πέφτει σε έργα υψηλού προϋπολογισμού που καλούνται να αποδώσουν άμεσα αποτέλεσμα, με το ερώτημα να παραμένει αν και πώς αυτά τα έργα μεταφράζονται σε επαρκές νερό για κατοίκους και επισκέπτες.
Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ενεργοποιεί πακέτο 42 παρεμβάσεων ύδρευσης και αφαλάτωσης άνω των 75,5 εκατ. ευρώ σε όλη τη χώρα σε μια συγκυρία αυξημένης πίεσης στους υδατικούς πόρους.
Η έγκριση των συγκεκριμένων επενδύσεων εντάσσεται στο Τομεακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2025 του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και αφορά παρεμβάσεις «πρώτης γραμμής»: αφαλατώσεις, νέες γεωτρήσεις, αντικατάσταση δικτύων, αξιοποίηση πηγαίων νερών.
- Η λειψυδρία καραδοκεί στα ελληνικά νησιά - Τα μέτρα που σχεδιάζει η κυβέρνηση
- Λειψυδρία στην Αττική: Εικόνες - σοκ, χαμηλά αποθέματα και μεγάλα έργα 2,5 δισ. ευρώ
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, μέρος των 42 έργων που ανακοινώθηκαν από το ΥΠΕΝ δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά σήμερα, αλλά είχε καταγραφεί και στο παρελθόν σε διαφορετικά στάδια ωρίμανσης, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει.
Πρόκειται κυρίως για μονάδες αφαλάτωσης σε νησιωτικούς δήμους, αντικαταστάσεις παλαιών δικτύων ύδρευσης και παρεμβάσεις ενίσχυσης υδροληψιών, έργα που είχαν κατά καιρούς ενταχθεί σε προσκλήσεις χρηματοδότησης ή σε μεμονωμένες αποφάσεις ένταξης, αλλά είτε έμειναν χωρίς επαρκείς πόρους είτε «κόλλησαν» σε τεχνικά, θεσμικά ή διοικητικά εμπόδια σε επίπεδο δήμων και ΔΕΥΑ.
Η ουσιαστική διαφορά της τρέχουσας πρωτοβουλίας δεν έγκειται τόσο στην πρωτοτυπία των παρεμβάσεων όσο στο γεγονός ότι για πρώτη φορά συγκροτούνται σε ενιαίο πακέτο, με σαφή πολιτική σήμανση ως έργα αντιμετώπισης της λειψυδρίας και με δεσμευμένη χρηματοδότηση ύψους 75,56 εκατ. ευρώ από το Τομεακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2025 του ΥΠΕΝ.
Παράλληλα, το νέο πλαίσιο «κατεπείγοντος» που διαμορφώθηκε το τελευταίο δίμηνο, μετά την κήρυξη περιοχών σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας, λειτουργεί ως επιταχυντής για έργα που επί χρόνια κινούνταν αργά ή αποσπασματικά. Δηλαδή, δεν πρόκειται τόσο για νέα έργα όσο για ένα χαρτοφυλάκιο παλιών και νεότερων παρεμβάσεων που επανεκκινεί και αποκτά χρηματοδοτική και πολιτική προτεραιότητα, εξέλιξη που, από τη μία πλευρά, μπορεί να ξεμπλοκάρει χρόνιες εκκρεμότητες, αλλά από την άλλη τροφοδοτεί τη συζήτηση για το αν η επιτάχυνση θα συνοδευτεί από επαρκή διαφάνεια, τεχνικό έλεγχο και δημόσια λογοδοσία.
Όπως είναι γνωστό, εκτός από την Αττική που έχει κηρυχθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τη λειψυδρία, σε καθεστώς υψηλού κινδύνου –αν όχι τυπικής έκτακτης ανάγκης– βρίσκονται ήδη περιοχές της Θεσσαλίας, που ακόμη μετρά πληγές από ακραία καιρικά φαινόμενα, η Κρήτη με έντονες πιέσεις στους υδροφορείς, αλλά και μεγάλα τμήματα των Κυκλάδων, όπου η ζήτηση κατά την υψηλή τουριστική περίοδο συγκρούεται με τους περιορισμένους φυσικούς πόρους. Σε πολλές από αυτές τις περιοχές, η αφαλάτωση έχει μετατραπεί από «έκτακτη λύση» σε μόνιμο εργαλείο επιβίωσης.
Λειψυδρία: Τα έργα με τον μεγαλύτερο προϋπολογισμό και οι περιοχές αιχμής
Από το σύνολο των 42 παρεμβάσεων, λίγα έργα απορροφούν δυσανάλογα μεγάλο μέρος του συνολικού προϋπολογισμού, αποτυπώνοντας καθαρά ποιες περιοχές θεωρούνται «κρίσιμες» στο υδατικό ισοζύγιο. Ξεχωρίζει μακράν το έργο στον Βόλο, με προϋπολογισμό 25 εκατ. ευρώ, που αφορά έργα αξιοποίησης πηγαίων νερών, αγωγούς και ταχυδιυλιστήριο, και αποτελεί το μεγαλύτερο μεμονωμένο έργο του πακέτου, απορροφώντας σχεδόν το ένα τρίτο της συνολικής χρηματοδότησης. Ακολουθεί το διαδημοτικό έργο εκσυγχρονισμού και ενίσχυσης του δικτύου ύδρευσης στους Δήμους Συκεών–Νεάπολης και Πυλαίας–Χορτιάτη, με προϋπολογισμό 8,5 εκατ. ευρώ, που στοχεύει στη μείωση απωλειών και στην ενίσχυση της ασφάλειας υδροδότησης στη μητροπολιτική περιοχή της Θεσσαλονίκης.
Στην επόμενη βαθμίδα βρίσκονται έργα μεσαίας κλίμακας, όπως το πακέτο παρεμβάσεων στον Δήμο Βέλου–Βόχας (άνω των 3 εκατ. ευρώ) και οι μεγάλες μονάδες αφαλάτωσης σε νησιά με υψηλή τουριστική πίεση, όπως η Νάξος, η Κάρπαθος και η Αστυπάλαια. Η κατανομή των κονδυλίων δείχνει ότι το βάρος πέφτει αφενός σε αστικά κέντρα με μεγάλα και ευάλωτα δίκτυα και αφετέρου σε νησιά όπου η λειψυδρία συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητα του τουριστικού μοντέλου, αναδεικνύοντας τις περιοχές που βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο της υδατικής πίεσης.
Μιλώντας με παραδείγματα
Πέρα από τα συνολικά ποσά και τον αριθμό των παρεμβάσεων, το κρίσιμο ερώτημα για τα έργα ύδρευσης είναι κατά πόσο μεταφράζονται σε επαρκές και αξιόπιστο νερό για τους κατοίκους στην πράξη. Η δυναμικότητα κάθε μονάδας δεν είναι αφηρημένος αριθμός, αλλά συνδέεται άμεσα με την καθημερινή κατανάλωση, τις απώλειες των δικτύων και –ιδίως στα νησιά– την έντονη εποχική πίεση του τουρισμού.
Για παράδειγμα, στην περίπτωση του Δήμου Αστυπάλαιας, η μονάδα αφαλάτωσης δυναμικότητας 700 κυβικών μέτρων ημερησίως μεταφράζεται πρακτικά σε 700.000 λίτρα νερού την ημέρα, ποσότητα που, ανάλογα με την υπόθεση κατανάλωσης, αντιστοιχεί σε διαφορετικό αριθμό «ισοδύναμων κατοίκων»: με 150 λίτρα ανά άτομο ημερησίως –μια ρεαλιστική παραδοχή για οικιακή χρήση– καλύπτει περίπου 4.700 άτομα, με πιο περιορισμένη κατανάλωση 120 λίτρων φτάνει έως και 5.800 άτομα, ενώ με αυξημένη κατανάλωση 200 λίτρων, που συναντάται συχνά σε τουριστικές περιόδους, περιορίζεται στους 3.500 κατοίκους. Η εικόνα γίνεται πιο ρεαλιστική αν συνυπολογιστούν οι απώλειες δικτύου, οι οποίες σε νησιωτικές υποδομές μπορούν να φτάσουν το 20–25%: σε αυτή την περίπτωση, η καθαρή διαθέσιμη ποσότητα πέφτει στα 525–560 m³/ημέρα, δηλαδή επαρκεί για περίπου 3.500–3.700 άτομα με μέση κατανάλωση 150 λίτρων. Σε σχέση με τον μόνιμο πληθυσμό που εκτιμάται στους 1.300–1.400 κατοίκους, η μονάδα υπερκαλύπτει πλήρως τις καθημερινές ανάγκες ύδρευσης, δημιουργώντας σημαντικό περιθώριο ασφάλειας για περιόδους ξηρασίας και βασικές λειτουργίες.
Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, είναι ο Τουρισμός: με διεθνώς αποδεκτή κατανάλωση 220–300 λίτρων ανά άτομο ημερησίως και μέσο όρο τα 250 λίτρα, η πλήρης δυναμικότητα των 700 m³/ημέρα αντιστοιχεί σε περίπου 2.800 τουρίστες την ημέρα, αριθμός που μειώνεται σε 2.100–2.300 αν ληφθούν υπόψη οι απώλειες. Αν αφαιρεθούν πρώτα οι ανάγκες των μόνιμων κατοίκων (περίπου 200–210 m³/ημέρα), απομένουν 490–500 m³/ημέρα για τουριστική χρήση, δηλαδή δυνατότητα κάλυψης περίπου 1.900–2.000 επισκεπτών ημερησίως στην αιχμή. Με απλά λόγια, η μονάδα των 700 m³/ημέρα δεν σχεδιάστηκε για μαζικό τουρισμό, αλλά για να εξασφαλίζει ότι το υδροδοτικό σύστημα δεν θα «σπάει» τον Αύγουστο: καλύπτει άνετα τον μόνιμο πληθυσμό, απορροφά την εποχική πίεση και λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλείδα απέναντι στη λειψυδρία, χωρίς να ανοίγει την πόρτα σε ανεξέλεγκτη αύξηση κλινών.