Την προηγούμενη Πέμπτη ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα συναντήθηκαν στην Αθήνα, με τον επόμενο Πολυετή Δημοσιονομικό Πλαίσιο (MFF) 2028-2034 να βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός ήταν σαφής, στη γραμμή της ομάδας των «16» φίλων της Συνοχής: «δεν μπορούμε να πετύχουμε περισσότερα δαπανώντας λιγότερα». Απαιτούνται νέοι πόροι προκειμένου να ενισχύσουν το αναθεωρημένο πλαίσιο του κοινοτικού προϋπολογισμού, με το οποίο επί της αρχής η Ελλάδα συμφωνεί.
Ο Αντόνιο Κόστα έχει διαφορετικό ρόλο, εκείνο του honest broker. Και η τοποθέτησή του μετά τη συνάντηση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη περιέγραψε επίσης με σαφή τρόπο την πραγματική εξίσωση. Ο νέος προϋπολογισμός πρέπει να περιλαμβάνει εύλογες εθνικές συνεισφορές. Να χρηματοδοτήσει τις κοινές προτεραιότητες όμως παράλληλα να συνεχίσει να στηρίζει τη Συνοχή και τη γεωργία.
Δεν είναι εύκολη πολιτικά η εξίσωση. Είναι όμως εξίσωση. Και κάπως πρέπει να λυθεί.
Στο τέλος κερδίζουν οι Γερμανοί; Και πώς;
Το Βερολίνο, ως net contributor που βρίσκεται σε δύσκολη δημοσιονομική θέση όπως ήταν αναμενόμενο προσήλθε στη διαπραγμάτευση ζητώντας μικρότερο προϋπολογισμό. Ο Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επιδιώκει περικοπές αρκετών εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Στα τέλη Αυγούστου, Γερμανία, Δανία, Ολλανδία, Αυστρία, Φινλανδία και Σουηδία συνυπέγραψαν κοινή θέση ζητώντας σημαντική μείωση της πρότασης της Επιτροπής των σχεδόν 2 τρισ. ευρώ.
Το ζήτημα δεν είναι όμως μόνο δημοσιονομικό. Είναι και -αν όχι κυρίως- πολιτικό. Η άνοδος του ακροδεξιού AfD αποτελεί ένα επιπλέον σημαντικό πρόβλημα για το γερμανικό πολιτικό σύστημα. Στη Σαξονία-Άνχαλτ το κόμμα έφτασε στις εκλογές της Κυριακής σε επίπεδα άνω του 40%. Ο ίδιος ο Μερτς είχε προειδοποιήσει πριν από την κάλπη για τις οικονομικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει μία νίκη του AfD στην περιοχή. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η «μισή αλήθεια».
Η απειλή του AfD δεν αποτελεί επιχείρημα για τους «φειδωλούς». Το αντίθετο.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν η εσωτερική πολιτική πίεση και η άνοδος της άκρας δεξιάς χρησιμοποιούνται ως επιχείρημα ώστε η Γερμανία πρέπει να περιορίσει τη συνεισφορά της στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Αυτό είναι βαθιά λανθασμένο. Πολιτικά, κοινωνικά αλλά και θεσμικά.
Η απάντηση στην άνοδο των ακραίων δεν μπορεί να είναι η υιοθέτηση μίας βασικής της παράλογης παραδοχής τους: ότι δηλαδή η ευρωπαϊκή συνεργασία είναι πρωτίστως ένας λογαριασμός τον οποίο πληρώνει το εθνικό κράτος και από τον οποίο πρέπει να προσπαθήσει να απαλλαγεί. Πολύ περισσότερο σε έναν κόσμο που σήμερα σηκώνει περισσότερα τείχη και κατευθύνεται από ολοένα και περισσότερους απολυταρχικούς ηγέτες .
Η Γερμανία, συνεπώς, είναι η χώρα που έχει ακόμα περισσότερους λόγους από τις άλλες ευρωπαϊκές να επιδιώκει μία λειτουργική και ισχυρότερη Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι αναγκαία προϋπόθεση ώστε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά και τα φαινόμενα ανόδου της ακροδεξιάς. Δεν μπορεί η απάντηση να είναι λιγότερη Ευρώπη κάθε φορά που ενισχύονται οι δυνάμεις που -λαϊκίζοντας- την αμφισβητούν. Θα έπρεπε να είναι ακριβώς η αντίθετη.
Η άνοδος του AfD δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ μιας ασθενέστερης Ευρώπης. Αποτελεί επιχείρημα υπέρ μιας Ευρώπης που αποδεικνύει ότι μπορεί να παράγει αποτελέσματα ειδικά εκεί όπου τα εθνικά κράτη μόνα τους δεν μπορούν. Και για να παράγει αποτελέσματα χρειάζονται πόροι.
Προφανώς και η Γερμανία, ως έναν εκ των δύο βασικών πυλώνων της Ένωσης, θα συνεχίσει να έχει βασικό στη διαπραγμάτευση.
Και η κυβέρνησή της καλείται να δώσει πειστικές απαντήσεις -και να εξηγήσει ξεκάθαρα πρώτα στο εσωτερικό της χώρας- ποια Ευρώπη χρηματοδοτεί η Γερμανία και γιατί. Ποιους νέους ίδιους πόρους είναι διατεθειμένη να δεχθεί η χώρα και γιατί; Και, εάν απορρίπτει και μεγαλύτερες εθνικές συνεισφορές και νέο κοινό δανεισμό, πώς ακριβώς θα χρηματοδοτηθούν οι νέες κοινές προτεραιότητες που η ίδια η χώρα θεωρεί και εθνικά αναγκαίες;
Πράγματι, όπως είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δεν γίνεται να κάνουμε περισσότερα ξοδεύοντας λιγότερα.
Πράγματι όπως είπε ο Αντόνιο Κόστα οι εθνικές συνεισφορές πρέπει να είναι εύλογες και συνεπώς χρειαζόμαστε νέες πηγές εσόδων.
Πράγματι, ο Φρίντριχ Μερτς, πέραν των δημοσιονομικών δυσκολιών, καλείται να αντιμετωπίσει -μέσα από ενίσχυση της ενιαίας ευρωπαϊκής προσέγγισης- την επικίνδυνη επέλαση της ακροδεξιάς στη χώρα του.
Και οι τρεις έχουν δίκιο. Το πρόβλημα είναι ότι για να βγει ο λογαριασμός πρέπει και οι τρεις πραγματικότητες να χωρέσουν στην ίδια συμφωνία.
Διαβάστε περισσότερα άρθρα της στήλης ΑΘΗΝΑ-ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ
Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.