Όσοι μας παρακολουθείτε καιρό, γνωρίζετε ότι σε καμία περίπτωση δεν επικροτούμε πολιτικές αύξησης του χρέους ειδικά χωρίς μετρήσιμες θετικές συνέπειες. Επίσης, ποτέ δεν προκρίναμε ως δημοσιονομική λύση «να πληρώνει ο ισχυρός τα χρέη του ανίσχυρου» εντός ΕΕ ακόμα κι αν το χρέος του ανίσχυρου συνέβαλε στην ετεροβαρή αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας του ισχυρού. Και τέλος, ποτέ δεν αντιμετωπίσαμε ανταγωνιστικά μεταξύ τους δύο βασικές ανάγκες: αυτή της κοινωνικής ισορροπίας με την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Για την ακρίβεια πάντα θεωρούσαμε τη δεύτερη ως προαπαιτούμενη για την πρώτη.
Γιατί σημειώνουμε όλα τα παραπάνω; Γιατί στο σύνολό τους ισχύουν σε κανονικές συνθήκες. Όταν το πλαίσιο της οικονομικής ανάπτυξης παραμένει εντός… εύλογων ορίων, όταν ο κόσμος διατηρεί μία ελάχιστη γεωοικονομική ισορροπία και όταν η Ευρώπη δεν έχει μείνει μόνη -σημαντική ως αγορά αλλά στρατιωτικά και σε επίπεδο καινοτομίας περίπου άοπλη- μπροστά στην ισχύ των «νταήδων του κόσμου».
Η ΕΕ εντός των επομένων μηνών καλείται να ισχυροποιήσει δραστικά το κοινό της γεωοικονομικό αποτύπωμα. Και για να το κάνει χρειάζεται επενδύσεις στην άμυνα, παραγωγική εκτόξευσή της σε κρίσιμους τομείς και ενίσχυση της δύναμης του νομίσματός της απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο. Όλα τα παραπάνω είναι προαπαιτούμενα, όχι για να κυριαρχήσει αλλά για να μην ναυαγήσει ως οικοδόμημα και οι «νταήδες» να αρχίσουν να μοιράζουν τα ιμάτιά της (τα κράτη-μέλη της δηλαδή).
Το θετικό νέο: Στην ΕΕ, έχουν όλοι αντιληφθεί την κρισιμότητα των καιρών. Και προτείνουν δύο διαφορετικές -όχι απαραίτητα αντικρουόμενες- προσεγγίσεις. Η γερμανο-ιταλική θέλει περισσότερες κρατικές ενισχύσεις σε κρίσιμες εταιρείες, εθνικές δαπάνες για την άμυνα και δραστικό περιορισμό της γραφειοκρατίας, μήπως και γίνουμε στοιχειωδώς ανταγωνιστικοί ειδικά σε καιν0τόμες τεχνολογίες. Η γαλλική απαντά ότι χρειαζόμαστε έκδοση κοινού χρέους άμεσα κυρίως για την άμυνα και προστατευτισμό υπέρ της ευρωπαϊκής παραγωγής.
Ποιος έχει δίκιο;
Υπό τις παρούσες συνθήκες -και θέτοντας υπό συζήτηση το είδος του προστατευτισμού- σε μεγαλύτερο βαθμό οι Γάλλοι. Κυρίως, γιατί ο κοινός δανεισμός θα καταστεί ούτως ή άλλως απαραίτητος για την άμυνα και μάλιστα βραχυπρόθεσμα. Αν από μόνο του ένα ισχυρό κράτος- μέλος μπορούσε να δώσει απάντηση στον κίνδυνο που το απειλεί θα ήταν ερμηνεύσιμο (και πάλι όχι αποδεκτό από ευρωπαϊκής σκοπιάς) να απέκλειε την αμοιβαιοποίηση του χρέους και να προέκρινε μόνο την πολιτική των κρατικών ενισχύσεων. Δεν μπορεί όμως. Όπως δεν μπορεί αποτελεσματικά οποιοσδήποτε εσωτερικό κύκλος της ΕΕ που δεν συμπεριλαμβάνει τόσο την Γερμανία όσο και τη Γαλλία.
Αντίθετα, στοχευμένα -και με τη συμπερίληψη ακόμα και υπερχρεωμένων χωρών όπως η Γαλλία ή η Ελλάδα- συγκεκριμένες δαπάνες για εύλογο χρονικό διάστημα οφείλουν να καταστούν κοινές. Δαπάνες που σήμερα αποκλείονται καθώς οι δημοσιονομικοί κανόνες τις εξαιρούν από το έλλειμμα αλλά τις συνυπολογίζουν -και εύλογα- στο εθνικό δημόσιο χρέος.
Θα πληρώσει συνεπώς η Γερμανία την αμυντική και παραγωγική θωράκιση της μισής Ευρώπης; θα ρωτήσει κάποιος. Η απάντηση είναι καταφατική. Ναι, θα την εγγυηθεί. Στηρίζοντας μάλιστα το ίδιο το ευρώ στις αγορές ώστε να αποκτήσει ουσιαστικότερη παρουσία και δυναμική. Με ή ενδεχομένως και χωρίς το ακλόνητο «ΑΑΑ» της αξιολόγησης. Γιατί είναι ο μοναδικός τρόπος να εξασφαλίσει ταυτόχρονα και τα επιδιωκόμενα εθνικά της οφέλη.
Ο πολιτικός κίνδυνος
Και πώς τότε θα αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος της καταστροφικής πολιτικής επικράτησης του ακροδεξιού AfD και αντίστοιχων δυνάμεων εντός του «ισχυρού της ΕΕ», επίσης μπορεί κάποιος να ρωτήσει. Αν είχε τη δυνατότητα η Γερμανία από μόνη της -χωρίς τη συνεργασία του γαλλογερμανικού άξονα- να δώσει λύση στο πρόβλημα έστω και σε εθνικό επίπεδο, τότε ίσως το ερώτημα να είχε κάποια σημασία. Εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί. Συνεπώς, ο (πανευρωπαϊκός) κίνδυνος των άκρων είναι ο ίδιος και στις δύο περιπτώσεις. Και σίγουρα χωρίς κοινή προσέγγιση, τα άκρα θα συνεχίσουν να ενισχύονται σε εθνικό επίπεδο.
Σήμερα, για πρώτη φορά στην ιστορία της, η ΕΕ καλείται να μοιραστεί σε σημαντικό βαθμό -μεγαλύτερο του Ταμείου Ανάκαμψης π.χ.- δημόσιο χρέος. Ενδεχομένως, μάλιστα, να ρολάρει και το κοινό υφιστάμενο. Όχι γιατί φωνές εντός ΕΕ διεκδικούν κονδύλια για υπαρκτές ή ανύπαρκτες κοινωνικές ανισορροπίες. Ούτε για να χρηματοδοτήσει ατζέντες για το μέλλον. Σήμερα η ΕΕ χρειάζεται κοινές δαπάνες για να επιβιώσει φιλελεύθερα και δημοκρατικά. Ως Ένωση αλλά και ξεχωριστά κάθε κράτος-μέλος της. Να έχει λόγο ύπαρξης και τρόπους αντίδρασης στον «κόσμο των νταήδων» για όσο αυτοί κυριαρχούν. Και εν τέλει, το κοινό χρέος υπό τις σημερινές μη αντιστρεπτές βραχυπρόθεσμα συνθήκες είναι μονόδρομος. Όσο νωρίτερα το αντιληφθούμε τόσο φθηνότερο θα είναι το ίδιο και τόσο αποτελεσματικότερος θα αποδειχθεί ο κοινός δανεισμός.
Διαβάστε περισσότερα άρθρα της στήλης ΑΘΗΝΑ-ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ
Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.