Στεγαστική κρίση: Πώς φτάσαμε ως εδώ, ποια μέτρα προτείνει μελέτη των διαΝΕΟσις – ΙΟΒΕ

Γιώργος Παπακωνσταντίνου
Viber Whatsapp
Μοιράσου το
Στεγαστική κρίση: Πώς φτάσαμε ως εδώ, ποια μέτρα προτείνει μελέτη των διαΝΕΟσις – ΙΟΒΕ
Αθήνα / Πηγή Φωτογραφίας: Getty Images - Ideal Image
Τα τελευταία χρόνια το θέμα της στέγασης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για πολλά νοικοκυριά, απορροφώντας πλέον ένα υπερβολικά μεγάλο μέρος του μηνιαίου τους προϋπολογισμού. Η νέα έρευνα της διαΝΕΟσις, σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ, επιχειρεί να προτείνει χρήσιμες κατευθύνσεις πολιτικής. Αναδεικνύοντας τους βασικούς παράγοντες πίσω από αυτό, αλλά και τις ομάδες του πληθυσμού που χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη.

Τα τελευταία χρόνια το θέμα της στέγασης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για πολλά νοικοκυριά, απορροφώντας πλέον ένα υπερβολικά μεγάλο μέρος του μηνιαίου τους προϋπολογισμού, αφήνοντας λιγότερα χρήματα για άλλες βασικές ανάγκες. Το πρόβλημα αυτό συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, τις αλλαγές στην αγορά ακινήτων, την άνοδο του τουρισμού, τις ξένες επενδύσεις, αλλά και με το διαχρονικό πλαίσιο στεγαστικής πολιτικής στη χώρα. Παράλληλα, νέοι παράγοντες, όπως η ενεργειακή κρίση και το αυξημένο κόστος κατασκευών, καθιστούν την κατάσταση ακόμη πιο πιεστική.

Τι προτείνει η μελέτη των διαΝΕΟσις – ΙΟΒΕ για το πρόβλημα της Στέγασης

Η νέα μελέτη της διαΝΕΟσις, η οποία πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ, με συντονιστή τον Γενικό Διευθυντή του και καθηγητή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νίκο Βέττα, επιχειρεί να προτείνει κάποιες γενικές κατευθύνσεις για την «ανακούφιση» του προβλήματος, κάποιες χρήσιμες κατευθύνσεις πολιτικής, αναδεικνύοντας, βέβαια, και τους βασικούς παράγοντες πίσω από αυτό, αλλά και τις ομάδες του πληθυσμού που χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη.

Ειδικότερα, η μελέτη αναφέρεται σε χρήσιμες κατευθύνσεις πολιτικής, που μάλιστα έχουν εφαρμοστεί και δοκιμαστεί σε διεθνές επίπεδο, προσαρμοσμένες στο ελληνικό πλαίσιο. Σύμφωνα με τη διαΝΕΟσις, αναδεικνύεται η σκοπιμότητα λειτουργίας ενός κεντρικού κρατικού φορέα επιφορτισμένου με την ευθύνη εφαρμογής μιας Εθνικής Στρατηγικής για τη Στέγαση. Ο φορέας αυτός, πέρα από τον συντονισμό των ήδη υπαρχόντων μέτρων, θα είναι χρήσιμο να έχει τη δυνατότητα «να αξιοποιεί δημόσια γη, να ανακαινίζει και να κατασκευάζει κατοικίες, και να συνεργάζεται με την τοπική αυτοδιοίκηση, όπως τα πιλοτικά προγράμματα στους δήμους Αθηναίων και Θεσσαλονίκης, αλλά και διεθνώς».

Η μελέτη προτείνει, επίσης, πιθανές μεταρρυθμίσεις για τη συγκράτηση των υπερβολικών αυξήσεων στα ενοίκια, σε συνδυασμό, όμως, με αύξηση της προστασίας της ιδιοκτησίας από ασυνέπειες. Στο ίδιο πλαίσιο κατευθύνσεων, προτείνεται ακόμα η καλύτερη οργάνωση των μέτρων ενίσχυσης των ενοικιαστών, όπως τα σχετικά επιδόματα και η επιστροφή ενοικίου. Για την αξιοποίηση των κενών κατοικιών, η μελέτη προτείνει βελτιώσεις σε υφιστάμενα προγράμματα, όπως το «Ανακαινίζω-Νοικιάζω» «με ανώτατο όριο μίσθωσης και ελάχιστη διάρκεια μισθώσεων, ενώ συμπληρωματικά θα μπορούσαν να χορηγούνται φοροελαφρύνσεις σε ιδιοκτήτες ή κατασκευαστές που προσφέρουν κατοικίες με μειωμένο ενοίκιο». Η έρευνα εντοπίζει, επιπλέον, περιθώρια επέκτασης για τους περιορισμούς που ισχύουν στη βραχυχρόνια μίσθωση και στη Χρυσή Βίζα, ανάλογα και με τις ανάγκες της κάθε γεωγραφικής περιοχής. Ακόμη, συστήνει περαιτέρω μέριμνα για τη φοιτητική στέγαση.

Τέλος, κάποιες ακόμη χρήσιμες κατευθύνσεις πολιτικής, που επίσης αναφέρονται, είναι τα κίνητρα για αποκέντρωση, όπως η ενίσχυση της τηλεργασίας, τα οποία μπορεί να μετριάσουν τη ζήτηση στην Αττική, η ξεκάθαρη θεσμοθέτηση ενός πλαισίου για τα ακίνητα σε καθεστώς πλειστηριασμού, η μείωση της γραφειοκρατίας στις μεταβιβάσεις και άλλες παρεμβάσεις ενίσχυσης της ρευστότητας στην αγορά ακινήτων, η διευκόλυνση της εξυγίανσης μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανειακών χαρτοφυλακίων με ασφάλεια και διαφάνεια, καθώς και ευρύτερες επενδύσεις σε υποδομές μεταφορών και συγκοινωνιών.

Πώς φτάσαμε, όμως, ως εδώ;

Η μελέτη προφανώς αναδεικνύει κάποιες αιτίες που οδήγησαν στην στεγαστική κρίση. Η οικονομική κρίση μετά το 2008 άλλαξε ριζικά την εικόνα της αγοράς κατοικίας σε πολλές χώρες στον κόσμο, και στην Ελλάδα. Στη διάρκεια της τοπικής, βαθιάς και μακρόχρονης κρίσης, η ανεργία εκτινάχθηκε. Καθώς σχεδόν 1 στους 4 Έλληνες έφτασε να είναι άνεργος, η κατανάλωση μειώθηκε σημαντικά και επομένως, η ζήτηση για κατοικίες. Τότε, οι τιμές των αστικών ακινήτων κατέρρευσαν – ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, οι τιμές είχαν μειωθεί κατά περισσότερο από 30%. Την ίδια περίοδο, οι τράπεζες περιόρισαν δραστικά τη χορήγηση δανείων, όσο πολλοί δανειολήπτες αδυνατούσαν να πληρώσουν τα στεγαστικά τους δάνεια. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν απότομα. Σύμφωνα με ανεπίσημες εκτιμήσεις, περίπου 700.000 κατοικίες πέρασαν σε ειδικά επενδυτικά σχήματα και σε εταιρείες διαχείρισης δανείων. Η μακρά και επώδυνη ύφεση αποδυνάμωσε επίσης τον κατασκευαστικό κλάδο. Λιγότερα νέα σπίτια έμπαιναν στην αγορά.

Από το 2017 και μετά, η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει. Η ανάκαμψη αυτή συνέπεσε με μια σημαντική άνοδο του τουρισμού – οι επισκέπτες της χώρας αυξήθηκαν κατά ένα τρίτο από το 2010 έως το 2015. Ταυτόχρονα, οι ιδιοκτήτες ακινήτων είχαν στη διάθεσή τους νέους τρόπους να εκμεταλλευτούν την περιουσία τους. Οι χαμηλές τιμές που διαμορφώθηκαν στην κρίση ευνόησαν τη ζήτηση από το εξωτερικό και οι σχετικές επενδύσεις πήραν πολλές μορφές, από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις σε τουριστικές περιοχές και τη «Χρυσή Βίζα» για την απόκτηση άδειας διαμονής μέχρι πιο παραδοσιακές εκμεταλλεύσεις. Οι τιμές των κατοικιών τότε άρχισαν να αυξάνονται πιο γρήγορα από τα εισοδήματα των νοικοκυριών, μια πορεία που δεν ανέκοψε ούτε η πανδημία.

Από την άλλη πλευρά, η προσφορά κατοικιών δεν φαίνεται να ικανοποιεί τη ζήτηση. Τα στοιχεία δείχνουν μεν ότι η οικοδομική δραστηριότητα ανέκαμψε: Από το 2019 και μετά, οι οικοδομικές άδειες για κατοικίες είναι σταθερά συγκριτικά περισσότερες από ό,τι στο παρελθόν, περίπου 70% του συνόλου (2024). Ωστόσο, χωρίς επιπλέον στοιχεία για κρίσιμα χαρακτηριστικά των νέων αδειών (π.χ. για την τοποθεσία), είναι αρκετά δύσκολο κάποιος να εκτιμήσει την πιθανή επίδρασή τους στις τιμές.

Στο μεταξύ, η ενεργειακή κρίση μετά το 2022 αφαίρεσε επιπλέον εισόδημα από τα νοικοκυριά και αύξησε το κόστος των κατασκευών, κάτι που πιθανόν επηρέασε τις τιμές. Τότε, η συζήτηση για την ανάγκη στεγαστικής πολιτικής άρχισε να επανέρχεται ολοένα πιο συχνά στον δημόσιο διάλογο. Η Ελλάδα, σε αντίθεση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, διαχρονικά δεν είχε ιδιαίτερα ισχυρούς θεσμούς που να ασκούν στεγαστική πολιτική.

Η κατάσταση σήμερα

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται συνοπτικά στην έρευνα, τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν πλέον πολύ μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους για τη στέγαση, και αυτό φαίνεται σε μια σειρά από δείκτες. Το κόστος στέγασης, όπως το μετράει η Eurostat, περιλαμβάνει ενοίκια, δόσεις στεγαστικών δανείων, φόρους ακίνητης περιουσίας και έξοδα ενέργειας και άλλων λογαριασμών. Κατά την περίοδο 2010-2024, ως ποσοστό του εισοδήματος των νοικοκυριών, το κόστος στέγασης ξεπερνούσε σταθερά τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Το 2024, τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεσαν 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο 19,2%. Όμως, και η κατεύθυνση αυτής της πορείας μοιάζει ανησυχητική: Από το 2019 έως το 2024, αντίθετα με ό,τι συνέβη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η προσιτότητα της στέγασης στην Ελλάδα μειώθηκε.

Ένας ακόμη ενδιαφέρων δείκτης μέσα από τον οποίο φαίνεται το πρόβλημα είναι το ποσοστό υπέρμετρης επιβάρυνσης του κόστους στέγασης. Ο δείκτης αυτός καταγράφει τα νοικοκυριά που δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση, δηλαδή η στέγαση γι’ αυτά αποτελεί ένα δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος. Στην Ελλάδα, τα ποσοστά αυτά επίσης παραμένουν διαχρονικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Κορυφώθηκαν στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και ακολούθησε μια μερική υποχώρηση. Στις πόλεις, περίπου 1 στα 3 νοικοκυριά (29,1%) δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση. Στην ύπαιθρο, το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 27,7%.

Οι δυσκολίες των νοικοκυριών φαίνονται και από άλλους, συναφείς δείκτες. Το 2024, το ποσοστό ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά με οφειλές (ενοίκια, στεγαστικά δάνεια, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας και δόσεις αγορών) έφτασε το 42,8% στην Ελλάδα, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο 9,2%. Την ίδια χρονιά, περίπου 1 στα 10 ελληνικά νοικοκυριά εμφάνιζε καθυστερήσεις σε πληρωμές στεγαστικών δανείων ή ενοικίων. Τέλος, η ποιότητα της στέγασης αποτελεί σημαντικό ζήτημα: Ένας βασικός δείκτης είναι το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε υπερπλήρη κατοικία. Ο δείκτης αυτός καταγράφει περιπτώσεις όπου οι ένοικοι υπερβαίνουν τον διαθέσιμο χώρο, όπως ορίζεται από συγκεκριμένα πρότυπα. Οι διαχρονικές επιδόσεις της Ελλάδας είναι και εδώ χειρότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με την κατάσταση, όμως, για τα πιο φτωχά νοικοκυριά (με λιγότερο από 60% του διάμεσου εισοδήματος) να έχει βελτιωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια. Συνδυαστικά, οι παραπάνω δείκτες δίνουν την εικόνα της λεγόμενης «στεγαστικής κρίσης».

Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα, παρότι σαφής και αναγνωρίσιμη, δεν αφορά όλους το ίδιο. Ο βαθμός της επιβάρυνσης διαφέρει ανάλογα με το καθεστώς κατοικίας, την ηλικία και το μέγεθος του νοικοκυριού. Οι ενοικιαστές αντιμετωπίζουν την πιο σοβαρή πίεση, καθώς ξοδεύουν πολύ μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για στέγαση (6 στα 10 νοικοκυριά που νοικιάζουν ξοδεύουν πάνω από 40%) σε σχέση με τους ιδιοκτήτες, ακόμη και σε σχέση με εκείνους που εξοφλούν κάποιο στεγαστικό δάνειο. Όμως, και οι τελευταίοι φαίνεται να αντιμετωπίζουν πρόβλημα. Περίπου τα μισά νοικοκυριά με στεγαστικό δάνειο δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση. Αν και οι ιδιοκτήτες με στεγαστικό δάνειο είναι σχετικά λίγοι, περίπου 7% του συνόλου του πληθυσμού, η επιβάρυνσή τους είναι πολύ σημαντική.

Φαίνεται, επίσης, ότι οι ενοικιαστές κατοικούν συχνότερα σε πιο περιορισμένο χώρο. Ένας βασικός δείκτης είναι ο μέσος αριθμός δωματίων ανά άτομο: Στην Ελλάδα, οι ιδιοκτήτες απολαμβάνουν διαχρονικά καλύτερες συνθήκες στέγασης, καθώς σε κάθε ιδιοκτήτη αντιστοιχούν τουλάχιστον 1,2 δωμάτια ανά άτομο. Οι ενοικιαστές βρίσκονται σταθερά σε χαμηλότερα επίπεδα.

Ακόμα, το πρόβλημα επηρεάζει δυσανάλογα τους ηλικιακά νεότερους, καθώς διαθέτουν χαμηλότερα εισοδήματα και περιορισμένη περιουσία. Το μέγεθος και η σύνθεση του νοικοκυριού παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο: Τα νοικοκυριά του ενός ατόμου παρουσιάζουν μεγάλη επιβάρυνση, ενώ τα μονογονεϊκά νοικοκυριά είναι σε ακόμη χειρότερη θέση. Σχεδόν 2 στα 3 μονογονεϊκά νοικοκυριά ξοδεύουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση.

Ζήτηση από το εξωτερικό

Όπως σημειώνεται το πρόβλημα της πρόσβασης σε προσιτή στέγη άρχισε να γίνεται ιδιαιτέρως αισθητό όταν οι κατοικίες στην Ελλάδα άρχισαν να προσελκύουν ισχυρή εξωτερική ζήτηση. Επομένως, αξίζει κάποιος να σταθεί περισσότερο σε αυτό το σημείο. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις στο real estate έφτασαν περίπου τα 2 δισ. ευρώ το 2024. Παρότι ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει κατοικίες και εμπορικά ακίνητα, η έκταση των κεφαλαίων φανερώνει μια έντονη πίεση.

Στις ξένες επενδύσεις περιλαμβάνονται και οι αγορές μέσω του προγράμματος Χρυσή Βίζα. Με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας, οι αιτήσεις αυξάνονται σταθερά τα τελευταία χρόνια, ενώ τα σχετικά όρια για το 2024, μετά από αυξήσεις των τελευταίων ετών, διαμορφώθηκαν στις 400.000 ευρώ κατ’ ελάχιστο – σε περιοχές όπως η Αττική και η Θεσσαλονίκη, φτάνουν τις 800.000 ευρώ. Το πρόγραμμα ενίσχυσε σημαντικά τη ζήτηση για ακίνητα και επηρέασε τόσο τις κατοικίες όσο και τα εμπορικά ακίνητα. Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς της μελέτης, το αυξημένο ενδιαφέρον για ακίνητα με αξία γύρω από τα όρια της Χρυσής Βίζας μπορεί επίσης να οδηγεί και σε τεχνητές ανατιμήσεις, δηλαδή κάποιοι ιδιοκτήτες να προσαρμόζουν την τιμή που ζητούν, ώστε να υπερβαίνει το σχετικό κατώφλι.

Ένας ακόμη παράγοντας πίεσης είναι η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, μέσω πλατφορμών όπως το Airbnb. Στις μεγάλες πόλεις ή σε άλλες περιοχές, που είναι συνήθως σαφώς γεωγραφικά προσδιορισμένες (π.χ. νησιά), πολλές κατοικίες αποσύρονται από τη μακροχρόνια αγορά και ακριβώς αυτή η μείωση της προσφοράς αυξάνει τα ενοίκια και δημιουργεί ευρύτερα προβλήματα, π.χ. με τη στέγαση γιατρών, εκπαιδευτικών, κλπ. Ωστόσο, η «εισαγόμενη» ζήτηση δεν περιορίζεται μόνο σε αυτές τις δύο μορφές, αλλά αφορά και σε πιο παραδοσιακές μορφές επενδύσεων και ανάπτυξης ακινήτων.

Κενά σπίτια

Σύμφωνα, επίσης, με τη μελέτη, η ύπαρξη πολλών κενών κατοικιών επηρεάζει επίσης τη γενική εικόνα. Σύμφωνα με την απογραφή του 2021, η χώρα διαθέτει 2.277.615 κενές κατοικίες, αριθμός που αντιστοιχεί στο 35% του συνόλου. Ασφαλώς δεν θα μπορούσαν όλα τα κενά σπίτια να ενταχθούν στην αγορά. Στις κατοικίες αυτές περιλαμβάνονται εξοχικά και δευτερεύουσες κατοικίες, ενώ ένα μεγάλο μέρος τους βρίσκεται στην επαρχία. Στην Αττική είναι συγκριτικά πολύ λιγότερες, αποτελούν το 24% του συνόλου. Ακόμη, πολλές από τις κενές κατοικίες δεν είναι άμεσα κατοικήσιμες, ενώ άλλες ίσως βρίσκονται μακριά από θέσεις εργασίας και υπηρεσίες, δηλαδή από τα σημεία όπου οι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν. Όμως, με μια πρώτη ματιά η κλίμακα των κενών κατοικιών παραμένει εντυπωσιακή. Η είσοδος όσο το δυνατόν περισσότερων από αυτές στην αγορά, ειδικά της μακροχρόνιας ενοικίασης, μπορεί να συμβάλλει στη μείωση του κόστους στέγασης.

Η επανεκκίνηση της στεγαστικής πολιτικής

Όπως αναφέρεται, η επιδείνωση του κόστους στέγασης, και η εμφάνιση του θέματος ολοένα πιο συχνά στον δημόσιο διάλογο, ειδικά μετά το 2021, συνέβαλαν μοιραία και στην επανεκκίνηση της στεγαστικής πολιτικής στη χώρα, με ολοένα και περισσότερα μέτρα να στοχεύουν σε σημαντικές παραμέτρους του προβλήματος. Στη μεγάλη εικόνα, διαμορφώνεται πλέον ένα βασικό κέντρο μέσα στο ελληνικό κράτος, στο υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, που έχει στόχο να συντονίσει και να εφαρμόσει τις σχετικές πολιτικές, αλλά και να καταρτίσει μια Εθνική Στρατηγική. Στο μεταξύ, ήδη εφαρμόζονται κάποια μέτρα και προγράμματα, και η μελέτη της διαΝΕΟσις και του ΙΟΒΕ, στο έκτο κεφάλαιό της, χαρτογραφεί αυτή τη νέα φάση της στεγαστικής πολιτικής στη χώρα.

Από τη σκοπιά της προσφοράς, κάποια μέτρα αφορούν την αξιοποίηση των κενών κατοικιών, συχνά σε συνδυασμό με την ανακαίνιση και την ενεργειακή αναβάθμισή τους. Για παράδειγμα, ο νόμος 5167/2024 διπλασιάζει τον ΕΝΦΙΑ για ακίνητα τραπεζών και funds τα οποία μένουν κενά. Επιπλέον, το κράτος ενισχύει και ιδιωτικές επενδύσεις συντήρησης, με φοροελάφρυνση 30% για δαπάνες επισκευής έως 5.000 ευρώ τον χρόνο, με την προϋπόθεση ηλεκτρονικής πληρωμής. Επίσης καταργεί και τον φόρο για δαπάνες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης έως 16.000 ευρώ ετησίως. Το πρόγραμμα «Ανακαινίζω-Νοικιάζω», όπου καλύπτεται περίπου 60% των εξόδων ανακαίνισης με ανώτατο ποσό στις 13.500 ευρώ και προϋπόθεση διάθεσης στη μακροχρόνια μίσθωση, σχεδιάστηκε επίσης για να στηρίξει την προσφορά κατοικιών. Τέλος, ο νόμος 5162/2024 δίνει κίνητρα στους ιδιοκτήτες για μετατροπή κατοικιών από κενές ή βραχυχρόνιες σε μακροχρόνιες μισθώσεις.

Έχουν επίσης επιβληθεί κάποιοι περιορισμοί στη βραχυχρόνια μίσθωση. Πλέον ισχύει όριο 60 ημερών στη διάθεση των ακινήτων και γεωγραφικοί περιορισμοί, ενώ η ΑΑΔΕ τηρεί ειδικό μητρώο. Ισχύουν, επιπλέον, πρόστιμα και τέλη, τα οποία λειτουργούν ως αντικίνητρα για τους ιδιοκτήτες που διαθέτουν κατοικίες σε αυτή την αγορά. Οι επιχειρήσεις καταβάλλουν τέλος παρεπιδημούντων, καθώς και αυξημένο τέλος ανθεκτικότητας ανά διανυκτέρευση. Ακόμη, ο νόμος 5170/2025 θέτει προδιαγραφές λειτουργίας και ασφάλειας αντίστοιχες με των ξενοδοχείων. Ωστόσο, ο ΦΠΑ παραμένει μειωμένος στο 13%.

Επιπρόσθετα, έχει εξαγγελθεί και αναμένεται να λειτουργήσει μέσα στο 2026 Μητρώο Παρακολούθησης Ιδιωτικού Χρέους, με χρηματοδότηση από το RRF, όπου οι συνεπείς ενοικιαστές θα μπορούν να αποκτούν πιστοποιητικό φερεγγυότητας. Ακόμα, το κράτος έχει εξαγγείλει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα κοινωνικής αντιπαροχής, όπου το Δημόσιο θα αξιοποιήσει κρατικά ακίνητα ως ενοικιαζόμενες κοινωνικές κατοικίες. Τέλος, οι δήμοι της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης εφαρμόζουν κι αυτοί τοπικά προγράμματα για την προσιτή στέγη.

Άλλα μέτρα, τα οποία ισχύουν, όπως η επιστροφή ενοικίου, το επίδομα στέγασης ύψους 70 έως 210 ευρώ που δίνεται από τον Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ), το αντίστοιχο επίδομα για ανασφάλιστους ή άλλα μικρότερα επιδόματα στοχεύουν στην πλευρά της ζήτησης. Βεβαίως, από αυτήν τη σκοπιά, τα πιο γνωστά προγράμματα είναι εκείνα των επιδοτήσεων επιτοκίων στεγαστικών δανείων, το «Σπίτι μου Ι» και το «Σπίτι μου ΙΙ», το οποίο είναι ακόμα ενεργό. Τα προγράμματα αυτά αφορούν άτομα 25-50 ετών και συγκεκριμένες κατηγορίες σπιτιών (χτισμένα πριν από το 2007, με αξία έως 190.000 ευρώ).

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάζονται αυτή τη στιγμή

Δημόσιο: Χρωστάει 3,8 δισ. ευρώ σε προμηθευτές, συνταξιούχους, φορολογούμενους

Οι επαγγελματικές αποφάσεις του 2026 και οι αποτυχίες που λειτουργούν ως σκαλοπάτι για την περαιτέρω εξέλιξη

Πώς δε θα έχουμε ξανά μπλόκα (III): Φροντίδα στον αγροτουρισμό πριν σβήσουν τα χωριά

Φόρτωση BOLM...
gazzetta
gazzetta reader insider insider