Την ανάγκη η Ευρώπη να επιταχύνει τις επενδύσεις στις ενεργειακές υποδομές με αιχμή τις δισυνδέσεις και τα δίκτυα, να ενισχύσει την ενεργειακή της αυτονομία και να προχωρήσει σε μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση της πράσινης μετάβασης ανέδειξε ο ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Δημήτρης Τσιόδρας, κατά την ημερίδα που διοργάνωσε στο ΕΒΕΑ με θέμα «Ενεργειακές προκλήσεις για την Ελλάδα και την Ε.Ε. - Οι δρόμοι για επαρκή και πιο φθηνή ενέργεια».
Στο πλαίσιο της συζήτησης, ο κ. Τσιόδρας εστίασε στις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη μετά την ενεργειακή κρίση, στις αυξανόμενες ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας που δημιουργούν η τεχνητή νοημοσύνη και τα data centers, αλλά και στον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Ελλάδα στον νέο ενεργειακό χάρτη της Ευρώπης.
Η Ευρώπη μετά από το ρωσικό αέριο
Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών ανέδειξε μια βασική αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, χωρίς επαρκή εγχώρια παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όπως υποστήριξε ο κ. Τσιόδρας, η απόφαση για πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο έως το 2027 καθιστά επιτακτική την αναζήτηση νέων πηγών εφοδιασμού και εναλλακτικών ενεργειακών διαδρομών.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρώπη στρέφεται σε προμηθευτές όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Νορβηγία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Αλγερία και οι χώρες του αραβικού κόλπου, ενώ παράλληλα επιταχύνει την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι οι ενεργειακές ανάγκες θα αυξάνονται τα επόμενα χρόνια λόγω της τεχνητής νοημοσύνης, των κέντρων δεδομένων και του ψηφιακού μετασχηματισμού, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη τη διασφάλιση επαρκούς και προσιτής ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Παράλληλα, τόνισε ότι τα ορυκτά καύσιμα θα συνεχίσουν να έχουν ρόλο στο ενεργειακό μείγμα για αρκετά χρόνια ακόμη και ότι η επιστροφή στον λιγνίτη δεν αποτελεί ρεαλιστική επιλογή.
Το μεγάλο στοίχημα των δικτύων και των διασυνδέσεων
Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του αποτέλεσαν οι επενδύσεις στα δίκτυα και στις διασυνδέσεις, τις οποίες χαρακτήρισε προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας πραγματικά ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας.
Όπως ανέφερε, στο νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2028-2034 προβλέπεται σημαντική αύξηση των διαθέσιμων πόρων για ενεργειακές υποδομές, διασυνδέσεις και δίκτυα. Οι κοινοτικοί πόροι επταπλασιάζονται από περίπου 5 δισ. ευρώ σε 30 δισ. ευρώ, ενώ συνολικά υπολογίζεται ότι μέσα στην επόμενη επταετία θα απαιτηθούν επενδύσεις ύψους περίπου 540 δισ. ευρώ από ευρωπαϊκούς, εθνικούς και ιδιωτικούς πόρους για την ανάπτυξη τόσο διακρατικών όσο και εθνικών ενεργειακών δικτύων.
Ο κ. Τσιόδρας επανέλαβε ότι η ανάπτυξη των δικτύων αποτελεί τον βασικό μηχανισμό για τη μείωση των αποκλίσεων στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των κρατών - μελών, επιτρέποντας καλύτερες ροές ενέργειας και μεγαλύτερη αξιοποίηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές.
«Αν θέλουμε πραγματικά ενιαία αγορά ενέργειας στην Ευρώπη, πρέπει να γίνουν υπερβάσεις σε πολλά επίπεδα», ήταν το βασικό μήνυμα που μετέφερε, υποστηρίζοντας ότι η ενεργειακή ενοποίηση της Ευρώπης παραμένει ανολοκλήρωτη.
Ο ρόλος της Ελλάδας
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη θέση της Ελλάδας στον νέο ενεργειακό χάρτη της Ευρώπης. Όπως σημείωσε, η χώρα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα λόγω του Κάθετου Διαδρόμου μεταφοράς φυσικού αερίου, των ηλεκτρικών διασυνδέσεων που σχεδιάζονται στην περιοχή, αλλά και της διασύνδεσης με την Αίγυπτο.
Η Ελλάδα έχει ήδη κατακτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίες συμμετέχουν περίπου κατά 50% στο ενεργειακό μείγμα της χώρας, ποσοστό υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Για τον λόγο αυτό, το μεγάλο εθνικό στοίχημα των επόμενων ετών κινείται σε δύο άξονες: αφενός την παραγωγή ενέργειας και αφετέρου την ανάπτυξη διασυνδέσεων και δικτύων που θα επιτρέψουν στη χώρα να αναδειχθεί σε βασικό ενεργειακό κόμβο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
ETS2, βιομηχανία και ανταγωνιστικότητα
Ο ευρωβουλευτής αναφέρθηκε επίσης στις συζητήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη στις Βρυξέλλες για το ETS2, το νέο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών που θα καλύπτει τα καύσιμα για κτίρια και οδικές μεταφορές, επηρεάζοντας τη θέρμανση και τις μετακινήσεις.
Όπως τόνισε, απαιτείται προσοχή ώστε οι νέες επιβαρύνσεις να μην πλήξουν δυσανάλογα νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει και η συζήτηση για το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών που επιβαρύνει τη βιομηχανία και επηρεάζει την ανταγωνιστικότητά της σε σχέση με άλλες περιοχές του κόσμου όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα.
Για το ζήτημα του ενεργειακού κόστους σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, σημείωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχει στα κράτη - μέλη περιθώρια ευελιξίας για την εφαρμογή μέτρων στήριξης, με σημαντικό μέρος των παρεμβάσεων να παραμένει στην αρμοδιότητα των εθνικών κυβερνήσεων.
Περιγράφοντας το κλίμα που επικρατεί σήμερα στις Βρυξέλλες, ο ευρωβουλευτής σημείωσε ότι η συζήτηση για την ενεργειακή μετάβαση γίνεται πλέον με πιο πραγματιστικούς όρους, καθώς οι προβληματισμοί για το κόστος ενέργειας, την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και την ενεργειακή ασφάλεια αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο βάρος στη διαμόρφωση των πολιτικών αποφάσεων.
Στο ίδιο πλαίσιο και αναφερόμενος στη στρατηγική της ΕΕ, υπογράμμισε ότι η Ευρώπη διαθέτει πλέον συγκεκριμένα εργαλεία πολιτικής, όπως το Affordable Energy Action Plan, τις πρωτοβουλίες για τις διασυνδέσεις και τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για ενεργειακές υποδομές.
Η ναυτιλία και το κόστος της μετάβασης
Ο κ. Τσιόδρας αναφέρθηκε και στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ναυτιλία, σημειώνοντας ότι δεν υπάρχει ακόμη ένα ώριμο και καθολικά αποδεκτό καθαρό καύσιμο που να μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του κλάδου. Όπως εξήγησε, γίνεται λόγος για πράσινο και μπλε υδρογόνο ενώ ακόμη δεν υπάρχει ούτε ως καύσιμο ούτε υπάρχουν οι αντίστοιχες υποδομές.



