Κάθε μέρα που περνά χωρίς να ξεκαθαρίζει το τοπίο για την πορεία των πολεμικών συγκρούσεων στο Ιράν, οι φωνές αμφισβήτησης των επιλογών του Ντόναλντ Τραμπ πολλαπλασιάζονται. Όλο και περισσότεροι αναλυτές θέτουν, ανοιχτά πλέον, το ερώτημα όχι μόνο για το αν οι ΗΠΑ κερδίζουν μέχρι στιγμής τον πόλεμο, αλλά και για το αν και με ποιους όρους θα καταφέρουν να κατισχύσουν.
Η ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ για μια –περιορισμένη σε ενεργειακούς στόχους– πενθήμερη «παύση πυρός» δεν αναιρεί αυτή την αβεβαιότητα. Αντιθέτως, αναδεικνύει τη ρευστότητα της αμερικανικής στρατηγικής, καθώς έρχεται σε συνέχεια δηλώσεων που απέκλειαν κάθε ενδεχόμενο αποκλιμάκωσης. Πάνω απ’ όλα, δεν είναι ξεκάθαρο αν εντάσσεται σε κάποιο συνεκτικό σχέδιο για το τέλος της σύγκρουσης.
- Διαβάστε ακόμα - Τραμπ για Ιράν: «Έχουμε σημαντικά σημεία συμφωνίας - Θα υπάρξει σοβαρή αλλαγή καθεστώτος»
Ουδείς είναι ακόμα σε θέση να ορίσει με βεβαιότητα ποιοι ακριβώς είναι οι στόχοι των ΗΠΑ, βάσει των οποίων θα κριθεί ο βαθμός επιτυχίας της πολεμικής εκστρατείας στο Ιράν. Σε τακτικό επίπεδο, επιμέρους αντικειμενικοί σκοποί όπως η καταστολή της ιρανικής αεράμυνας και των βαλλιστικών δυνατοτήτων του καθεστώτος, είναι πιο σαφείς και ευκολότερα μετρήσιμοι. Σε στρατηγικό επίπεδο όμως, τα πράγματα παραμένουν θολά.
Στρατηγική σύγχυση
Από την αρχή της σύγκρουσης, διαφορετικές δηλώσεις από την αμερικανική πλευρά παραπέμπουν σε πολλαπλούς στόχους, που εκτείνονται μέχρι την αλλαγή του ιρανικού καθεστώτος. Αυτή η πολυπλοκότητα και ασάφεια στόχων δημιουργεί τον κίνδυνο στρατηγικής σύγχυσης, καθώς δυσκολεύει μια ξεκάθαρη αξιολόγηση περί «νίκης» ή «ήττας» και, κατ’ επέκταση, τον ορισμό του τέλους της σύγκρουσης.

Το γεγονός ότι το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ έχει αναδειχθεί τις τελευταίες ημέρες με τόση ένταση σε έναν από τους βασικούς στόχους των ΗΠΑ, υπό μία έννοια μπορεί να θεωρηθεί ήδη, εν μέρει, μια στρατηγική επιτυχία του Ιράν. Παρά την πίεση που δέχεται, η Τεχεράνη έχει καταφέρει να μετατρέψει την πολεμική αναμέτρηση σε παγκόσμια κρίση ενεργειακής ασφάλειας. Έχει μετατοπίσει τις προτεραιότητες των ΗΠΑ και, με αυτό τον τρόπο, επιμηκύνει τη διάρκεια της σύγκρουσης, αυξάνει το κόστος και υποχρεώνει την Ουάσιγκτον να κινητοποιήσει περισσότερους πόρους από όσους ενδεχομένως είχε αρχικά σχεδιάσει.
Το προηγούμενο του Βιετνάμ
Σε αμιγώς στρατηγικό επίπεδο, κάποιες αναλογίες μεταξύ όσων συμβαίνουν μέχρι στιγμής στο Ιράν και σε όσα συνέβησαν στον πόλεμο του Βιετνάμ, δεν έχουν διαφύγει της προσοχής των αναλυτών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αν και διέθεταν συντριπτική υπεροχή έναντι του Βορείου Βιετνάμ και των αντάρτικων δυνάμεων που το υποστήριζαν, δεν μπόρεσαν να τη μετατρέψουν σε ένα καθαρό και οριστικό πολιτικό αποτέλεσμα.
Επίσης, ενώ για την Ουάσιγκτον ο πόλεμος συνδεόταν με ευρύτερες γεωπολιτικές επιδιώξεις, για το κομμουνιστικό καθεστώς του Βόρειου Βιετνάμ τα πράγματα ήταν πιο απλά, καθώς του αρκούσε να μην καταρρεύσει και να παρατείνει τη σύγκρουση.
Στην πορεία, φάνηκε ότι κάθε κλιμάκωση της σύγκρουσης όχι μόνο δεν έφερνε πιο κοντά το τέλος της, αλλά αντιθέτως, τη μετέτρεπε όλο και περισσότερο σε έναν πόλεμο φθοράς. Έτσι, η διάσταση του χρόνου άρχισε να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο και το κόστος για τις ΗΠΑ αυξανόταν σε στρατιωτικό, οικονομικό και, βεβαίως, πολιτικό επίπεδο.
Η περίπτωση του Ιράν
Χωρίς να μπορεί να γίνει ευθεία σύγκριση, για πολλούς λόγους, μεταξύ των δύο συγκρούσεων, φαίνεται πως κάποια βασικά στοιχεία σε επίπεδο στρατηγικής ανάλυσης επανεμφανίζονται στη σημερινή κρίση στο Ιράν.
Ο κίνδυνος μιας σταδιακής διολίσθησης σε έναν πόλεμο χωρίς σαφές τέλος είναι ορατός, ενώ η Ουάσιγκτον φέρεται να εξετάζει περαιτέρω στρατιωτικές επιλογές και ενίσχυση της παρουσίας της στην περιοχή.

Η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ δεν έχει απομειώσει την ικανότητα του ιρανικού καθεστώτος να απορροφά το κόστος και να συνεχίζει τον πόλεμο υιοθετώντας ασύμμετρες τακτικές. Παρά τα χιλιάδες πλήγματα και τις σημαντικές απώλειες που έχει υποστεί, το καθεστώς εξακολουθεί να διαθέτει μέσα που του επιτρέπουν να απαντά και να συντηρεί την ένταση.
Επιπλέον, η ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή με ανάπτυξη χιλιάδων πεζοναυτών και σχέδια για πιθανές χερσαίες επιχειρήσεις σε κρίσιμα σημεία (όπως τα Στενά του Ορμούζ ή ενδεχομένως πυρηνικές εγκαταστάσεις στην ιρανική ενδοχώρα) είναι μια ξεκάθαρη κλιμάκωση που ανοίγει νέα μέτωπα. Έτσι, η αμερικανική κυβέρνηση ζητά πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους έως και 200 δισ. δολαρίων για τη συνέχιση των επιχειρήσεων, ενώ την ίδια στιγμή στο εσωτερικό των ΗΠΑ καταγράφονται αντιδράσεις και χαμηλή κοινωνική αποδοχή, ιδίως σε περίπτωση χερσαίας εμπλοκής.
Αναπάντητα ερωτήματα
Η μονομερής ανακοίνωση της πενθήμερης παύσης πυρός εκ μέρους των ΗΠΑ θυμίζει το λεγόμενο TACO (Trump Always Chickens Out), το σημαντικό όμως είναι ότι μοιάζει περισσότερο με τακτικό ελιγμό παρά με στρατηγικό σχέδιο.
Αφενός, διότι η Τεχεράνη διαψεύδει ότι διεξάγονται συνομιλίες με τις ΗΠΑ, κυρίως όμως επειδή κανείς δεν γνωρίζει τι θα γίνει με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και με τις ποσότητες εμπλουτισμένου ουρανίου που διαθέτει. Παραμένει δηλαδή σε εκκρεμότητα το βασικό διακύβευμα που, θεωρητικά, θα καθορίσει το πλαίσιο μιας τελικής συμφωνίας.
Άλλο ανοιχτό ζήτημα αφορά το ποια είναι τελικά η «κόκκινη γραμμή» των ΗΠΑ. Είναι έτοιμες να αποδεχθούν το σημερινό ιρανικό καθεστώς και, αν ναι, υπό ποιους όρους;
Όλα αυτά, ενώ προς το παρόν δεν έχει αποσαφηνιστεί η στάση του Ισραήλ απέναντι σε μια πιθανή αποκλιμάκωση στο μέτωπο του Ιράν –σε μια στιγμή μάλιστα κατά την οποία φέρεται να προετοιμάζεται για χερσαίες επιχειρήσεις στον Λίβανο– κι έτσι μένει να φανεί αν τις επόμενες ημέρες θα προκύψουν τριγμοί στη στρατηγική ευθυγράμμιση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ.