Με κρίσιμα ενεργειακά ζητήματα να παραμένουν ανοιχτά μέχρι την τελευταία στιγμή και τις διαφωνίες να παραμένουν ενεργές, προσέρχονται οι Ευρωπαίοι ηγέτες στη Σύνοδο Κορυφής της 19ης Μαρτίου, σε μια συγκυρία όπου η νέα άνοδος των τιμών ενέργειας —υπό τη σκιά της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή— επαναφέρει με ένταση την πίεση για άμεσες παρεμβάσεις.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το Reuters, στη συνεδρίαση του COREPER την Τετάρτη δεν κατέστη δυνατό να γεφυρωθούν οι βασικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών, ιδίως ως προς το εύρος και τη μορφή πιθανών παρεμβάσεων στην αγορά άνθρακα. Αν και στο προσχέδιο συμπερασμάτων διατηρείται η κατεύθυνση για αναθεώρηση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) έως τον Ιούλιο του 2026, παραμένει ανοιχτό το πώς -και σε ποιο βαθμό- θα αποτυπωθεί στο τελικό κείμενο η ανάγκη περιορισμού της επίδρασης των τιμών άνθρακα στο ενεργειακό κόστος.
- Ενεργειακή κρίση: Πίεση για άμεσα μέτρα από την Ελλάδα - Διχασμός στην ΕΕ πριν τη Σύνοδο Κορυφής
- EE: Πώς διχάζει Ουκρανικό, Ιράν - Σε θέση μάχης για τη Σύνοδο Κορυφής
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει το αδιέξοδο που καταγράφηκε και στο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας που προηγήθηκε, όπου επίσης δεν υπήρξε σύγκλιση, μεταφέροντας τα πλέον ευαίσθητα ζητήματα στο επίπεδο των ηγετών. Στο επίκεντρο βρίσκεται μια σαφής πολιτική αντιπαράθεση: από τη μία πλευρά, χώρες που επιμένουν στη διατήρηση της ακεραιότητας του ETS και προειδοποιούν για τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής, και από την άλλη, κράτη που πιέζουν για πιο άμεσες και πιο παρεμβατικές λύσεις προκειμένου να περιοριστεί το ενεργειακό κόστος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών που ζητούν ταχύτερη και πιο συντονισμένη ευρωπαϊκή αντίδραση. Όπως έχει επισημανθεί σε τοποθετήσεις τις τελευταίες ημέρες, η ανάγκη για άμεσα μέτρα καθίσταται επιτακτική, καθώς η παρατεταμένη άνοδος των τιμών ενέργειας απειλεί να περάσει με μεγαλύτερη ένταση στην πραγματική οικονομία, επηρεάζοντας τον πληθωρισμό, τις μεταφορές και την ανταγωνιστικότητα.
Την ίδια ώρα, το περιθώριο για εκτεταμένες δημοσιονομικές παρεμβάσεις εμφανίζεται πιο περιορισμένο σε σχέση με την περίοδο της κρίσης του 2022, γεγονός που περιορίζει τις επιλογές των κυβερνήσεων και εντείνει την ανάγκη για ευρωπαϊκού τύπου λύσεις.
Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων βρίσκονται επιλογές που αφορούν, μεταξύ άλλων, την πιθανή προσαρμογή του μηχανισμού Market Stability Reserve (MSR), καθώς και παρεμβάσεις που σχετίζονται με τη συνολική δομή των τιμών ενέργειας, χωρίς ωστόσο να έχει διαμορφωθεί μέχρι στιγμής σαφής κατεύθυνση ή κοινή θέση.
Παράλληλα, η συζήτηση επεκτείνεται και στις πιο δομικές παρεμβάσεις, με αιχμή την επιτάχυνση των επενδύσεων σε δίκτυα και ηλεκτρικές διασυνδέσεις, οι οποίες θεωρούνται κρίσιμες για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, αν και δεν μπορούν να προσφέρουν άμεση ανακούφιση.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Σύνοδος της 19ης Μαρτίου καλείται λιγότερο να καταλήξει σε συγκεκριμένα μέτρα και περισσότερο να καθορίσει την πολιτική κατεύθυνση, σε ένα περιβάλλον όπου οι τεχνικές επεξεργασίες έχουν προχωρήσει αλλά οι αποφάσεις παραμένουν ανοιχτές, αποτυπώνοντας τη δυσκολία της Ευρώπης να ισορροπήσει ανάμεσα στους κλιματικούς στόχους και την πίεση για άμεση αποκλιμάκωση του ενεργειακού κόστους.