Στις 16 Μαρτίου 2026 ξεκίνησε η Παγκόσμια Εβδομάδα Χρήματος (Global Money Week), μια Πρωτοβουλία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), που στη χώρα μας συντονίζει η Τράπεζα της Ελλάδος.
Η εν λόγω πρωτοβουλία αποτελεί μια παγκόσμια εκστρατεία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης όλων των πολιτών σχετικά με θέματα χρηματοοικονομικής εκπαίδευσης, με εστίαση σε παιδιά και νέους.
Το πρόβλημα ξεκινάει με την εσφαλμένη αντίληψη των πολιτών που θεωρούν ότι η διαχείριση των οικονομικών γίνεται μόνο από τους οικονομολόγους. Ωστόσο η πραγματικότητα είναι ότι κάθε πολίτης, ακόμη και από την παιδική ηλικία, θα πρέπει να διαχειριστεί χρήματα, έστω και για να αποκτήσει τα αγαθά που χρειάζεται.
Σε άλλες αναπτυγμένες χώρες, εκπονούνται συναφή μαθήματα οικονομικής παιδείας ήδη από το δημοτικό σχολείο, όπου τα μικρά παιδιά μαθαίνουν βασικές οικονομικές έννοιες, όπως η εξοικονόμηση χρημάτων, η αποταμίευση, τα δάνεια και τα χρέη. Μάλιστα, σε κάποιες αναπτυγμένες χώρες η έννοια της εξοικονόμησης χρημάτων συνοδεύεται / συνδέεται ακόμη και με την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση, εστιάζοντας στην αποφυγή κατασπατάλησης των φυσικών πόρων (π.χ. νερό, ενέργεια, πρώτες ύλες κλπ), με σκοπό την προστασία της φύσης και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Οι πολίτες που δεν είναι ενημερωμένοι σε οικονομικά ζητήματα είναι πιο πιθανό να υπερκαταναλώνουν, να μην τηρούν οικογενειακό / επιχειρηματικό προϋπολογισμό, να μην αποταμιεύουν, να μην ασφαλίζονται και εν τέλει να καταλήγουν υπερχρεωμένοι σε οικονομικό αδιέξοδο.
Παράλληλα, είναι πιο ευάλωτοι να υποπέσουν θύματα εξαπάτησης από διαφημιστικές απάτες. Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα ψεύτικο βίντεο, που δημιουργήθηκε με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, το οποίο παρουσίαζε (υποτίθεται) το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος να προωθεί συγκεκριμένες διαδικτυακές πλατφόρμες επενδύσεων, που υπόσχονται άμεσες και υψηλές αποδόσεις, κάτι που οδηγούσε σε παραπλάνηση του κοινού. Αντίστοιχα περιστατικά άγνοιας των καταναλωτών συμβαίνουν με το ηλεκτρονικό «ψάρεμα» (phising), όπου απατεώνες υποκλέπτουν τους κωδικούς και κλέβουν χρήματα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς πολιτών.
Όλα τα ανωτέρω φαινόμενα καλλιεργούνται ως συνέπεια του οικονομικού αναλφαβητισμού, δηλαδή της έλλειψης χρηματοοικονομικής παιδείας των καταναλωτών.
Δυστυχώς, την έλλειψη γνώσεων των πολιτών έχουν διαπιστώσει διάφοροι «ειδικοί», οι οποίοι προσπαθούν να εκμεταλλεύονται τους πολίτες. Οι εν λόγω ειδικοί χρησιμοποιούν μαθηματικούς υπολογισμούς και σύνθετους δείκτες της στατιστικής επιστήμης, για να παρουσιάσουν μια εικόνα διαφορετική από αυτή που πραγματικά λαμβάνει χώρα. Ως αποτέλεσμα οι πολίτες βρίσκονται σε σύγχυση για το τι πραγματικά ισχύει, δεδομένου ότι αδυνατούν να αντιληφθούν, (δια)κρίνουν και ερμηνεύσουν με ορθό τρόπο τα βιώματά τους.
Τρανταχτό παράδειγμα στο παρελθόν αποτέλεσε το φαινόμενο της υπερχρέωσης, στο οποίο έλαβαν χώρα 4 μεγάλοι «μύθοι».
Πρώτον, διαδόθηκε ευρέως η πρακτική διαφόρων «ειδικών» που καλούσαν τους πολίτες να μην πληρώνουν τις υποχρεώσεις / χρέη τους (π.χ. το κίνημα «δεν πληρώνω», η συνέλευση του τάδε ιδιώτη, η τάδε οργάνωση υπέρ των δανειοληπτών ή καταναλωτών κλπ). Αυτοί τους έταζαν ότι θα απολαμβάνουν μια «σεισάχθεια», δηλαδή την πλήρη διαγραφή όλων των οφειλών τους. Και για να τους πείσουν, επικαλούνταν διάφορα επιχειρήματα, όπως ότι τα χρέη τους ήδη τα εξόφλησε κάποιος άλλος ιδιώτης ή/και το Κράτος που ανακεφαλαιοποίησε / διέσωσε τις τράπεζες. Αυτό που δεν έλεγαν στους πολίτες είναι ότι η πλήρης διαγραφή όλων των οφειλών ήδη υφίσταται στο θεσμικό πλαίσιο της Ε.Ε., αλλά συνοδεύεται από ταυτόχρονη απώλεια ολόκληρης της περιουσίας του οφειλέτη, δηλ. αποτελεί κατ’ ουσία μια πλήρη πτώχευση. Οι πολίτες που τους πίστεψαν, όχι μόνο δεν γλίτωσαν από τα χρέη τους, αλλά οδηγήθηκαν σε οικονομικά αδιέξοδα.
Ο δεύτερος μεγάλος μύθος ήταν περί εισπραξιμότητας των χρεών. Πρόσθετα στους ανωτέρω «ειδικούς», προστέθηκαν και άλλοι «οικονομικοί επιστήμονες» (π.χ. κάποιοι οικονομολόγοι που ήταν πρώην τραπεζικοί υπάλληλοι), οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι τα χρέη αυτά είναι ανείσπρακτα, δηλ. ότι οι τράπεζες και το δημόσιο δεν θα μπορέσουν να τα εισπράξουν από τους πολίτες, προωθώντας τη ρήση «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος» (που απηύθυνε ο Μένιππος προς το Χάροντα). Έτσι, καλούσαν τους πολίτες να μην τα πληρώσουν, επικαλούμενοι για παράδειγμα ότι θα έχουν ευνοϊκότερη ρύθμιση του δανείου τους αν αυτό πρώτα «κοκκινήσει». Επίσης διέδιδαν ότι βασική αρχή των ρυθμίσεων δανείων αποτελεί η ικανότητα αποπληρωμής, δηλαδή ότι λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα του νοικοκυριού, τα οποία είχαν μειωθεί σημαντικά εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Όμως «ξεχνούσαν» να αναφέρουν ότι ταυτόχρονα προσμετρούνται και τα εισοδήματα, καθώς και η ακίνητη περιουσία των οφειλετών, συνοφειλετών και εγγυητών, που στην πράξη αποτελούν παραμέτρους, οι οποίες αποκλείουν οποιοδήποτε «κούρεμα» οφειλής (βλέπε αρχή της μη χειροτέρευσης πιστωτή). Συνέπεια αυτής της πρακτικής ήταν ότι τα δάνεια επιβαρύνθηκαν με υψηλούς τόκους υπερημερίας που ανέρχονται έως και 19% ετησίως, το οποίο πρακτικά σημαίνει ότι το χρέος διπλασιάζεται ανά 5 έτη. Συνεπώς οι πολίτες που ακολούθησαν αυτές τις συμβουλές βρέθηκαν με μεγαλύτερα χρέη.
Ο τρίτος μύθος αφορά στη νομιμότητα. Κάποιοι άλλοι «νομικοί επιστήμονες» ήρθαν να προσαυξήσουν τα ανωτέρω επιχειρήματα προσδίδοντας νομική «κάλυψη», επικαλούμενοι ότι οι τόκοι (πανωτόκια) είναι παράνομοι και ότι υπάρχει νομοθεσία που θεσπίζει ανώτερο όριο στο χρέος και συνεπώς επιτάσσει διαγραφή / «κούρεμα» του δανείου (π.χ. Νόμος που «κούρεψε» τα δάνεια των αγροτών). Επίσης, εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία του Νόμου 3869/2010 (γνωστός και ως Νόμος «Κατσέλη») που δεν διέθετε έλεγχο των αιτήσεων, υποσχόμενοι τη διάσωση της 1ης κατοικίας, με σκοπό να υποβάλλουν δικαστικές προσφυγές σε οφειλέτες, οι οποίοι δεν πληρούσαν καν τα κριτήρια επιλεξιμότητας (π.χ. κατείχαν εμπορική ιδιότητα). Ως αποτέλεσμα, δεκάδες χιλιάδες δανειολήπτες σταμάτησαν να πληρώνουν και προσέφυγαν στη δικαιοσύνη, όπου οι δικαστές εφάρμοσαν την ισχύουσα νομοθεσία, ως υποχρεούνταν, και έτσι απέρριψαν μεγάλο βαθμό των αιτήσεων. Ωστόσο, η πολυετής καθυστέρηση εκδίκασης όλων αυτών των πολυάριθμων αιτήσεων οδηγούσε σε διπλασιασμό / τριπλασιασμό του χρέους των οφειλετών, με δυσμενείς οικονομικές συνέπειες για τις οικογένειές τους. Πρόσφατη δικαστική απόφαση του Αρείου Πάγου, έδωσε έναυσμα / ευκαιρία σε ορισμένους «υπερασπιστές του δικαίου» να παρακινούν ξανά δανειολήπτες για νέα δικαστική προσφυγή, ακόμη και σε αυτούς που δεν πληρούν τα σχετικά κριτήρια.
Ο τέταρτος μύθος εστίασε στην πώληση των δανείων σε ξένους επενδυτές. Η συντριπτική πλειονότητα των «κόκκινων» δανείων , συμπεριλαμβανομένων και ενήμερων δανείων που ενέχουν υψηλή πιθανότητα / κίνδυνο να μην αποπληρωθούν, πουλήθηκε από τις τράπεζες σε αγοραστές πιστώσεων (funds) που εδρεύουν στο εξωτερικό. Η μεταβίβαση («τιτλοποίηση») των εν λόγω δανείων διενεργήθηκε ομαδοποιημένα (σε «πακέτα» δανείων) και εξαιτίας διαφόρων παραγόντων (π.χ. αδυναμία εύρεσης του δανειολήπτη, οφειλέτης με πλήρη αδυναμία πληρωμής – μη βιώσιμος κλπ) κατά την εξαγορά προέκυψε έκπτωση, συγκριτικά με την αξία που ήταν εγγεγραμμένη στα λογιστικά βιβλία των τραπεζών. Οι εν λόγω αγοραστές ανέθεσαν την είσπραξη των οφειλών σε ειδικές εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (servicers), που εδρεύουν στην Ελλάδα και οι οποίες απευθύνθηκαν στους δανειολήπτες με σκοπό τη διευθέτηση της οφειλόμενης πληρωμής. Σε αυτή τη φάση αναδύθηκαν διάφοροι μύθοι, όπως ότι η πώληση δανείων ήταν παράνομη, ότι οι τράπεζες υποχρεούνταν να ρωτήσουν τον οφειλέτη πριν την πώληση του δανείου του ή να του προσφέρουν τη δυνατότητα να αγοράσει ο ίδιος το δάνειο του και μάλιστα στην ίδια τιμή που πουλήθηκε στο «πακέτο» δανείων όπως (υποτίθεται) ότι συνέβη στην Κύπρο, ότι οι εταιρείες διαχείρισης δανείων δεν νομιμοποιούνται να λειτουργούν στην Ελλάδα ή/και να προβαίνουν σε μέτρα είσπραξης κλπ. Όταν επιλύθηκαν / προσπεράστηκαν αυτοί οι αναληθείς ισχυρισμοί (πολλές φορές κατόπιν δικαστικών αποφάσεων), τότε προέκυψαν νέοι μύθοι, που καλλιεργούνται από κάποιους «ειδικούς» συμβούλους επιχειρήσεων, όπως ότι οι εταιρείες διαχείρισης δανείων προβαίνουν σε υψηλά ποσοστά διαγραφών οφειλών, της τάξης του 90%, αφού αγόρασαν τα δάνεια στο 10% της αξίας τους, ότι έχουν έναν γνωστό φίλο στην επιτροπή που θα εγκρίνει τη διαγραφή (με το κατάλληλο αντίτιμο φυσικά) κλπ, γεγονότα που εν τέλει καταρρίπτονται μετά από μερικούς μήνες, αφού ο οφειλέτης βρίσκεται αντιμέτωπος με την αλήθεια. Οι εν λόγω ειδικοί εκμεταλλεύονται το γεγονός της πολύμηνης καθυστέρησης απάντησης από τις εταιρείες διαχείρισης δανείων, δεδομένου του πολύ μεγάλου όγκου οφειλετών που επιδιώκουν διευθέτησης και για αυτό αναδεικνύεται ως επιτακτική η δημιουργία και επέκταση ψηφιακών πλατφορμών που ρυθμίζουν τα δάνεια αυτόματα.
Όλα τα ανωτέρω φαινόμενα, όσο πιστευτά και αν ακούγονται, στηρίχθηκαν σε επιχειρήματα της μορφής «πολύ καλό, για να είναι αληθινό» (too good to be true), που πάντοτε αποτελεί ένα ισχυρό σημάδι ότι κάτι δεν ισχύει στην πραγματικότητα (π.χ. ψευδείς επικλήσεις τύπου «οι τράπεζες μας έδωσαν δάνεια που δεν τα ζητήσαμε, άρα δεν υποχρεούμαστε να τα αποπληρώσουμε»). Παρ΄ ’όλα αυτά, αρκετοί πολίτες που έχουν άγνοια σε βασικά οικονομικά δεδομένα και επίσης βρίσκονταν σε απελπισία από την υπερχρέωση, πίστεψαν τους διάφορους «ειδικούς» και εν τέλει οδηγήθηκαν σε χειρότερη κατάσταση από αυτή που θα βρίσκονταν, αν εξαρχής είχαν απλά προβεί σε μια ρύθμιση σταδιακής αποπληρωμής των οφειλών τους.
Και σήμερα παρατηρούμε ένα αντίστοιχο φαινόμενο έλλειψης χρηματοοικονομικών γνώσεων από τους καταναλωτές, που σχετίζεται με την ακρίβεια των τιμών των προϊόντων. Το φαινόμενο αυτό εντείνεται σε ορισμένα προϊόντα εξαιτίας της αδυναμίας των καταναλωτών να προβαίνουν σε μια σειρά από προστατευτικά μέτρα, όπως η μείωση της υπερκατανάλωσης, η έρευνα αγοράς, η σύγκριση προϊόντων βάσει χαρακτηριστικών, το ότι δεν θυμούνται τις τιμές των προϊόντων, που έχει ως συνέπεια και να εξαπατώνται από ψευδείς «εκπτώσεις», καθώς και το ότι δεν συγκρίνουν τις τιμές μεταξύ ίδιων / παρόμοιων (ποιοτικά) προϊόντων διαφορετικής μάρκας (π.χ. ιδιωτικής ετικέτας) ή διαφορετικής ποσότητας. Όλες αυτές οι πρακτικές εν τέλει οδηγούν σε κατασπατάληση χρημάτων και αδυναμία συγκέντρωσης των απαιτούμενων αγαθών διαβίωσης. Ταυτόχρονα, η αδυναμία κατανόησης της οικονομικής έννοιας του πληθωρισμού, που πυροδοτείται από τις γεωπολιτικές κρίσεις και συνακόλουθες αυξήσεις στο κόστος καυσίμων / ενέργειας / μεταφοράς προϊόντων, δεν επιτρέπει σε καταναλωτές να αντιληφθούν το γιατί τα προϊόντα ακριβαίνουν, ενώ οι μισθοί μένουν ίδιοι και μειώνεται η αξία του χρημάτων που διαθέτουν.
Οι 6 συμβουλές χρυσάφι
Όλα τα ανωτέρω φαινόμενα καλλιεργούνται ως συνέπεια του οικονομικού αναλφαβητισμού, δηλαδή της έλλειψης χρηματοοικονομικής παιδείας των καταναλωτών. Ως εκ τούτου, οι 6 Χρόνια Χρειαζούμενες Χρηστικές Χρυσές συμβουλές για τα 4 «ΧΡ» (Χρήματα, Χρηματιστήριο, Χρηματοδοτήσεις και Χρέη) είναι οι εξής:
- Κατά την αγορά προϊόντων: οι καταναλωτές θα πρέπει να τηρούν συγκεκριμένο προϋπολογισμό, να αποφασίζουν τι είναι απαραίτητο (must have) και τι αποτελεί πρόσθετη «πολυτέλεια» (nice to have), να μην υπερκαταναλώνουν, καθώς και να προβαίνουν σε σύγκριση βασικών χαρακτηριστικών (όπως ποσότητα περιεχομένου και τιμής) εναλλακτικών ομοειδών προϊόντων
-Κατά την αποταμίευση: θα πρέπει να τηρούνται παράλληλα ξεχωριστοί «κουμπαράδες» για πολλαπλές ανάγκες, οι οποίες συνδέονται με σημαντικά γεγονότα της ζωής των πολιτών, είτε βραχυχρόνια (π.χ. αγορά ενός μεγάλου αγαθού, διακοπές / ταξίδια σε ετήσια βάση) ή μακροπρόθεσμα (π.χ. σπουδές, απόκτηση κατοικίας, συνταξιοδότηση)
-Κατά το δανεισμό: θα πρέπει να υπάρχει επαρκές περίσσευμα εισοδήματος, μετά την κάλυψη των βασικών αναγκών διαβίωσης, για να είναι εφικτή η αποπληρωμή, τόσο των τόκων όσο και του κεφαλαίου του δανείου, ενώ παράλληλα ο οφειλέτης θα πρέπει να είναι συνεπής και με τις λοιπές υποχρεώσεις του (π.χ. οφειλές προς το δημόσιο, παρόχους ενέργειας / τηλεφωνίας κλπ)
- Κατά την επένδυση: θα πρέπει πρώτα να έχουν καλυφθεί οι βασικές ανάγκες του νοικοκυριού και να γίνεται επένδυση του «περισσεύματος», διότι πάντοτε υφίσταται (μικρός ή μεγάλος) κίνδυνος απώλειας των χρημάτων, που εφόσον συμβεί, τότε οδηγεί τους πολίτες σε οικονομικό αδιέξοδο (βλέπε δανειολήπτες ελβετικού φράγκου, μικρο-ομολογιούχους κλπ). Η τοποθέτηση χρημάτων σε εταιρείες που έχουν οικονομική δυσκολία (distressed) ή είναι νέο-σύστατες (startups) ή είναι εισηγμένες «διάττοντες αστέρες» του χρηματιστηρίου (δηλαδή μετοχές που ξαφνικά / απότομα αποκτούν ραγδαία άνοδο σε σύντομο χρονικό διάστημα, θυμίζοντας τη λάμψη και την ταχύτητα ενός μετεωρίτη, αλλά που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν / καταρρεύσουν εξίσου γρήγορα) αποτελούν επενδύσεις υψηλής επικινδυνότητας
-Κατά τον προγραμματισμό δαπανών: θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι θα συμβούν και έκτακτα / απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των πολιτών (π.χ. ασθένειες, ατυχήματα, βλάβες, φυσικές καταστροφές κλπ) που καθιστούν απαραίτητη την ασφάλιση. Θα πρέπει να αξιολογούνται οι όροι ασφάλισης, έτσι ώστε να καλύπτονται οι σημαντικότεροι κίνδυνοι
-Κατά την υπερχρέωση: κυρίαρχη λύση αποτελεί η (μακροχρόνια) ρύθμιση οφειλών, μέσω ειδικών εργαλείων (π.χ. εξωδικαστικός μηχανισμός της ΓΓΧΤΔΙΧ). Ωστόσο, αν αυτό καθίσταται ανέφικτο (εξαιτίας πλήρους οικονομικής αδυναμίας του οφειλέτη), τότε ως μοναδική λύση αναδεικνύεται η 2η ευκαιρία, δηλαδή η διαδικασία πλήρους διαγραφής όλων των οφειλών, η οποία ωστόσο συνοδεύεται από πτώχευση, που σημαίνει απώλεια της περιουσίας, με εξαίρεση την 1η κατοικία των ευάλωτων νοικοκυριών (βλέπε ενδιάμεσο πρόγραμμα στήριξης και Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης Ακινήτων). Ειδικά για τις μικρές επιχειρήσεις θα πρέπει να αξιοποιείται ο Μηχανισμός Έγκαιρης Προειδοποίησης της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, που περιλαμβάνει και την υποστήριξη των επιχειρηματιών από τα κατά τόπους Επιμελητήρια Επιχειρήσεων, υπό το Συντονισμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Μέσω του προγράμματος αυτού παρέχεται σε επιχειρηματίες η απαιτούμενη εξειδικευμένη ενημέρωση και υποστήριξη από ειδικά πιστοποιημένους συμβούλους – μέντορες, οι οποίοι παρακολούθησαν εκτενή εκπαιδευτικά σεμινάρια και πέρασαν επιτυχώς από εξετάσεις.
Σίγουρα οι 4 λέξεις από «ΧΡ» (Χρήματα, Χρηματιστήριο, Χρηματοδοτήσεις και Χρέη) είναι πολύ σημαντικές, ωστόσο υπάρχουν και άλλες όπως και ο Χρόνος, το πολυτιμότερο άυλο πεπερασμένο αγαθό, που συνήθως δαπανάται χωρίς σκέψη και όταν περάσει, ποτέ δεν ξανά γυρίζει. Για αυτό προτείνεται να ξεκινήσουν όλοι, το συντομότερο δυνατό, την εκμάθηση της διαχείρισης του χρήματος και την απόκτηση βασικών χρηματοοικονομικών γνώσεων, έτσι ώστε να αποφύγουν δεινές συνθήκες και να απολαμβάνουν καλύτερη ποιότητα ζωής. «Το δε προνοείν και προλαμβάνειν κρείττον εστί του θεραπεύειν», είπε ο Ιπποκράτης και δεν αφορά μόνο σε θέματα υγείας, αλλά αποτελεί μια χρήσιμη στάση ζωής ακόμη και στα οικονομικά θέματα. Προτείνεται η προληπτική ορθή ετοιμασία και ο μακροχρόνιος σχεδιασμός των οικονομικών, ώστε να ανταποκρίνεται στις μελλοντικές ανάγκες των πολιτών.