Στο σύγχρονο επιχειρηματικό περιβάλλον, η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού δεν περιορίζεται πλέον αποκλειστικά στην αύξηση της παραγωγικότητας ή στη βελτίωση των οικονομικών δεικτών.
Παύει να αποτελεί απλή υποχρέωση του εργοδότη. Αντιθέτως, ολοένα και περισσότερο αναγνωρίζεται ότι η πραγματική ανταγωνιστικότητα και βιωσιμότητα μιας επιχείρησης στηρίζεται στην ουσιαστική προστασία των εργαζομένων, στη συνεχή εκπαίδευσή τους και στη διασφάλιση ίσης και δίκαιης μεταχείρισης στο εργασιακό περιβάλλον.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτό το πλαίσιο διαδραματίζουν οι σαφείς, επικαιροποιημένες και ουσιαστικά εφαρμόσιμες πολιτικές συμμόρφωσης.
Οι βασικές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων, οι οποίες διαφοροποιούνται ανάλογα με το μέγεθος και τη δομή τους, περιλαμβάνουν ενδεικτικά τις εξής:
• Υγεία και ασφάλεια στην εργασία, με την υιοθέτηση οργανωμένων μέτρων πρόληψης επαγγελματικών κινδύνων. Αυτό περιλαμβάνει τη συστηματική εκπαίδευση των εργαζομένων, τη σωστή χρήση του εξοπλισμού, την αξιολόγηση κινδύνων και τη διαχείριση έκτακτων περιστατικών, με στόχο τη δημιουργία ενός ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος.
• Πρόληψη και αντιμετώπιση βίας και παρενόχλησης στην εργασία, μέσω της θέσπισης σαφών εσωτερικών πολιτικών, του ορισμού υπευθύνων και της λειτουργίας αξιόπιστων και εμπιστευτικών μηχανισμών αναφοράς. Η υποχρέωση αυτή αφορά ιδίως επιχειρήσεις με 20 και άνω εργαζόμενους και αποσκοπεί στη διασφάλιση της αξιοπρέπειας και της ψυχικής ακεραιότητας των εργαζομένων.
• Προώθηση της ισότητας και καταπολέμηση των διακρίσεων, με έμφαση στην ίση πρόσβαση σε ευκαιρίες απασχόλησης και εξέλιξης, στην προστασία ευάλωτων ομάδων και στη δημιουργία μιας κουλτούρας σεβασμού, συμπερίληψης και ίσων ευκαιριών στον χώρο εργασίας.
• Ορισμός τεχνικού ασφαλείας και ιατρού εργασίας, υποχρέωση που αφορά επιχειρήσεις με 50 εργαζόμενους και άνω, με στόχο τη συνεχή παρακολούθηση των συνθηκών εργασίας και την πρόληψη κινδύνων για την υγεία των εργαζομένων.
• Εφαρμογή πολιτικής αναφορών (whistleblowing) σε επιχειρήσεις με 50 και άνω εργαζόμενους, με πρόβλεψη ασφαλών και εμπιστευτικών διαδικασιών, προστασία του καταγγέλλοντος από αντίποινα και ορθή διαχείριση των αναφορών.
• Τήρηση Κανονισμού Εργασίας, υποχρεωτική όταν το προσωπικό υπερβαίνει τους 70 εργαζόμενους, ο οποίος ρυθμίζει με σαφήνεια τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εργαζομένων και εργοδοσίας, συμβάλλοντας στη διαφάνεια και στην πρόληψη συγκρούσεων.
Παράλληλα, η επαναφορά και ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας επανατοποθετεί στο επίκεντρο τη συλλογική εκπροσώπηση και τη διαπραγμάτευση των όρων απασχόλησης. Για τις επιχειρήσεις, αυτό συνεπάγεται την ανάγκη ευθυγράμμισης των εσωτερικών πολιτικών και κανονισμών τους με το ισχύον συλλογικό και κανονιστικό πλαίσιο, όχι μόνο για λόγους νομικής συμμόρφωσης, αλλά και για την ενίσχυση της εργασιακής ειρήνης και της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης.
Επιπλέον, οι επιχειρήσεις καλούνται να προσαρμοστούν στις σύγχρονες μορφές εργασίας, όπως η τηλεργασία και η υβριδική απασχόληση. Η προσαρμογή αυτή απαιτεί σαφείς πολιτικές, παροχή κατάλληλων τεχνικών μέσων και υποδομών, καθώς και μέτρα στήριξης της ψυχικής υγείας και της ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής των εργαζομένων.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά πλέον και η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης (AI) στον χώρο της εργασίας. Αυτοματοποιημένα συστήματα χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο στην επιλογή προσωπικού, στην αξιολόγηση απόδοσης, στη διαχείριση καθημερινών εργασιών και στη λήψη επιχειρηματικών αποφάσεων. Η χρήση τους, ωστόσο, δεν είναι ουδέτερη. Ελλοχεύουν κίνδυνοι αδιαφάνειας, μεροληψίας και παραβίασης προσωπικών δεδομένων, εάν δεν συνοδεύεται από σαφείς κανόνες, ανθρώπινη εποπτεία και κατάλληλη εκπαίδευση.
Παρότι η υιοθέτηση εσωτερικής πολιτικής για την τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι ακόμη νομικά υποχρεωτική, καθίσταται πλέον αναγκαία. Μέσω μιας τέτοιας πολιτικής, η επιχείρηση μπορεί να καθορίζει ποια εργαλεία AI επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται, με ποιον τρόπο και για ποιους σκοπούς. Μπορεί να θέτει σαφή όρια στη χρήση τους, να απαγορεύει τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, να διασφαλίζει τη διαφάνεια και την προστασία των προσωπικών δεδομένων και να επενδύει στη συνεχή εκπαίδευση των εργαζομένων. Με αυτόν τον τρόπο, η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί ως εργαλείο ενίσχυσης της ανθρώπινης εργασίας και όχι ως μηχανισμός αυθαίρετων ή απρόσωπων αξιολογήσεων.
Σήμερα, η συμμόρφωση δεν αποτελεί απλώς μια τυπική ή γραφειοκρατική υποχρέωση. Μετατρέπεται σε ουσιαστικό στρατηγικό πλεονέκτημα: προστατεύει τους εργαζόμενους, ενισχύει τη φήμη και την αξιοπιστία των επιχειρήσεων και συμβάλλει στη δημιουργία ενός ασφαλούς, δίκαιου και παραγωγικού εργασιακού περιβάλλοντος. Σε έναν κόσμο όπου η εργασία και η τεχνολογία εξελίσσονται διαρκώς, οι επιχειρήσεις που επενδύουν συστηματικά στην υπευθυνότητα και στη συμμόρφωση είναι εκείνες που εξασφαλίζουν μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και βιώσιμη επιτυχία.