Στα... χαρτιά έμεινε τελικά η περιβόητη δέσμευση της υπουργού Εργασίας Έφης Αχτσιόγλου για επιστροφή της αγοράς εργασίας στην κανονικότητα και άμεση επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Με βάση τα όσα προβλέπει η συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης- δανειστών, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις επανέρχονται υπό προϋποθέσεις από τον Σεπτέμβριο του 2018, αφού ολοκληρωθεί το πρόγραμμα του ESM.
Δηλαδή, η Κυβέρνηση από τη μια έκανε δεκτή τη πρόταση του ΔΝΤ για εφάπαξ κούρεμα των συντάξεων το 2019 και από την άλλη απέτυχε να πείσει τους δανειστές να δεχθούν τις προτάσεις της για την εργασιακή μεταρρύθμιση, με αποτέλεσμα η αρχή της ευνοϊκής ρύθμισης και η επεκτασιμότητα των συμβάσεων να επανέλθει μετά τη λήξη του προγράμματος την 1η Σεπτεμβρίου του 2018.
«Για τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας επανανομοθετούν την ίδια διάταξη του άρθρου 37 του Ν.4024/2011», επισημαίνει σε ανακοίνωσή της η ΓΣΕΕ, καταγγέλλοντας την τακτική υποχώρησης που ακολούθησε η κυβέρνηση.
Στο «καυτό» θέμα των ομαδικών απολύσεων η κυβέρνηση κατόρθωσε να μην αλλάξουν τα όρια και να παραμένουν στο 5% μηνιαίως, όμως αναγκάστηκε να δεχτεί την κατάργηση της προέγκρισής τους, ανοίγοντας τον δρόμο για «ευκολότερες» ομαδικές απολύσεις. Το υπουργικό βέτο καταργείται και στο εξής ο έλεγχος της διαδικασίας περνά στο Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας, στο οποίο υπάρχει τριμερής εκπροσώπηση των εργοδοτών, των εργαζομένων και του κράτους.
Πλέον ο εργοδότης υποχρεούται να κάνει διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων για τουλάχιστον 30 ημέρες και στη συνέχεια να καταθέσει στον ΟΑΕΔ τη λίστα με τους απολυμένους, υιοθετώντας ένα «κοινωνικό σχέδιο». Στο σχέδιο αυτό θα προβλέπονταιορισμένα κοινωνικά μέτρα, μεταξύ των οποίων και η εκπαίδευση ή επαναπρόσληψη ορισμένων εκ των απολυθέντων.
Το σύστημα καθορισμού του κατώτατου μισθού παραμένει ως έχει, ενώ δεν αλλάζει η διαδικασία κήρυξης απεργιών. Εξάλλου δεν θα θεσμοθετηθεί η επαναφορά του lockout, που ζητούσε κυρίως το ΔΝΤ. Σε ότι αφορά τον συνδικαλιστικό νόμο ενδέχεται να υπάρξουν μικρές τροποποιήσεις στις άδειες και στους λόγους απόλυσης, με προσθήκη ποινικών λόγων για τους οποίους θα προβλέπεται απόλυση συνδικαλιστή.