Εκτάσεις σχεδόν όσο τρεις φορές η έκταση του Δήμου Αθηναίων θα χρειαστούν έως το 2032 για να καλύψουν τις ανάγκες της βιομηχανίας και των logistics, σύμφωνα με τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που συνοδεύει το νέο Χωροταξικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία του ΥΠΕΝ. Την ίδια ώρα, η ΣΜΠΕ καταγράφει ένα εκτεταμένο πλέγμα πιθανών πιέσεων σε οικοτόπους, προστατευόμενα είδη και περιοχές Natura 2000, επιχειρώντας να απαντήσει στο ερώτημα πώς μπορεί να συνδυαστεί η παραγωγική ανάπτυξη με την περιβαλλοντική προστασία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας έθεσε σε δημόσια διαβούλευση έως τις 9 Ιουλίου το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία και την Εφοδιαστική Αλυσίδα, μαζί με τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, ανοίγοντας τη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο θα αναπτυχθούν τα επόμενα χρόνια οι βιομηχανικές και εφοδιαστικές δραστηριότητες στη χώρα. Το νέο πλαίσιο φιλοδοξεί να μεταφέρει το βάρος από τη διάσπαρτη εκτός σχεδίου ανάπτυξη σε πιο οργανωμένες μορφές χωροθέτησης, όπως επιχειρηματικά πάρκα και οργανωμένοι υποδοχείς, ενώ για πρώτη φορά αντιμετωπίζει τη βιομηχανία και την εφοδιαστική αλυσίδα ως ένα ενιαίο παραγωγικό σύστημα.
Τα 187.000 στρέμματα νέων αναγκών και η πίεση σε Αττική - Κεντρική Μακεδονία
Το ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται στα στοιχεία της ίδιας της ΣΜΠΕ και κυρίως στους αστερίσκους της. Η μελέτη εκτιμά ότι έως το 2032 θα απαιτηθούν περίπου 57.000 στρέμματα για τη βιομηχανία και περίπου 130.000 στρέμματα για την εφοδιαστική αλυσίδα, δηλαδή συνολικά σχεδόν 187.000 στρέμματα νέων αναγκών χωροθέτησης. Το 55% των αναγκών για νέες εκτάσεις βιομηχανίας εντοπίζεται στις Περιφέρειες Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας, ενώ και για την εφοδιαστική αλυσίδα πάνω από το 40% των αναγκών αναμένεται να εκδηλωθεί στις ίδιες δύο περιοχές.
Για τις υπόλοιπες Περιφέρειες, οι ανάγκες νέων οργανωμένων υποδοχέων μεταποιητικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων κυμαίνονται από περίπου 650 - 750 στρέμματα στις νησιωτικές Περιφέρειες Βορείου Αιγαίου και Ιονίων έως περίπου 4.100 στρέμματα στην Πελοπόννησο, με εξαίρεση τη Στερεά Ελλάδα, όπου οι ανάγκες εκτιμώνται περίπου στα 8.000 στρέμματα. Αντίστοιχα, για την εφοδιαστική αλυσίδα, οι ανάγκες κυμαίνονται από περίπου 1.500 - 6.000 στρέμματα στις νησιωτικές Περιφέρειες Βορείου Αιγαίου και Ιονίων έως περίπου 14.500 στρέμματα στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα.
Η ΣΜΠΕ αναγνωρίζει ότι η αναμενόμενη ανάπτυξη της βιομηχανίας και των logistics θα αυξήσει τις απαιτούμενες εγκαταστάσεις, τη δέσμευση γης, τη χρήση πρώτων υλών, ενέργειας και υδατικών πόρων, αλλά και τις παραγόμενες εκπομπές σε επίπεδο στερεών, υγρών και αέριων ρύπων, θορύβου, δονήσεων, πλεονάζουσας ενέργειας, οσμών και μεταφορών. Παρότι το νέο πλαίσιο προβλέπει περιορισμούς και ζώνες αποκλεισμού για τις προστατευόμενες περιοχές, η ΣΜΠΕ σημειώνει ότι οι πιέσεις σε οικοτόπους και προστατευόμενα είδη μπορεί να προκύψουν και έμμεσα από τη συνολική αύξηση της βιομηχανικής και εφοδιαστικής δραστηριότητας στις γύρω περιοχές.
Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο, γιατί η ΣΜΠΕ δεν υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν κίνδυνοι. Αντίθετα, καταγράφει αναλυτικά πιθανές πιέσεις για τις περιοχές Natura 2000, όπως απώλεια ή υποβάθμιση οικοτόπων, κατακερματισμό ενδιαιτημάτων, ρύπανση επιφανειακών, υπόγειων και θαλάσσιων υδάτων, ατμοσφαιρική, εδαφική και θερμική ρύπανση, ηχορύπανση, φωτορύπανση, αλλαγές στις υδρολογικές συνθήκες, εισβολή μη αυτόχθονων ειδών και μείωση της συνδεσιμότητας των οικοτόπων. Παράλληλα, η Δέουσα Εκτίμηση εξετάζει τις πιθανές επιπτώσεις σε προστατευόμενα είδη πανίδας, από θαλασσοπούλια, αρπακτικά πτηνά, νυχτερίδες, αμφίβια, ερπετά και θαλάσσια θηλαστικά έως εμβληματικά είδη όπως η θαλάσσια χελώνα Caretta caretta, η μεσογειακή φώκια Monachus monachus, η καφέ αρκούδα και ο λύκος.
Οι πιέσεις αυτές συνδέονται με την απώλεια ή υποβάθμιση ενδιαιτημάτων, τη ρύπανση από απόβλητα και απορρίμματα, την όχληση από θόρυβο και φωτισμό, αλλά και με θανάτους ή τραυματισμούς ζώων από οχήματα και άλλες μεταφορικές δραστηριότητες, που μπορεί να επηρεάσουν τη συμπεριφορά, την αναπαραγωγή και τις μετακινήσεις ευαίσθητων ειδών.
Η μελέτη αναγνωρίζει τους κινδύνους, αλλά ποντάρει στους περιορισμούς και την αδειοδότηση
Παρά την εκτενή αυτή καταγραφή κινδύνων, το τελικό συμπέρασμα της Δέουσας Εκτίμησης είναι ότι δεν αναμένεται να επηρεαστεί σημαντικά η ακεραιότητα των τόπων Natura 2000, εφόσον εφαρμοστεί το σύνολο των οριζόντιων μέτρων που προβλέπονται από τη μελέτη και εφόσον κάθε επιμέρους έργο υποβληθεί στη δική του περιβαλλοντική αξιολόγηση και αδειοδότηση. Με άλλα λόγια, η μελέτη δεν αρνείται τις πιέσεις αλλά τις μεταθέτει στο πεδίο της εφαρμογής, των μελλοντικών Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, των Ειδικών Οικολογικών Αξιολογήσεων και των ειδικών όρων που θα τίθενται ανά έργο.
Στα μέτρα μετριασμού, η ΣΜΠΕ προβλέπει απαγορεύσεις χωροθέτησης βιομηχανικών, μεταποιητικών και εφοδιαστικών δραστηριοτήτων σε ζώνες απολύτου προστασίας της φύσης, σε περιοχές Ramsar, σε πυρήνες εθνικών δρυμών, σε μνημεία της φύσης, σε διατηρητέα μνημεία της φύσης, σε περιοχές προστασίας της φύσης, σε κρίσιμα ενδιαιτήματα ειδών ορνιθοπανίδας και σε ζώνες αποκλεισμού εντός Καταφυγίων Άγριας Ζωής. Προβλέπεται επίσης ότι σε περιοχές Natura 2000, μέχρι την έκδοση των σχετικών Προεδρικών Διαταγμάτων, θα εφαρμόζονται οι ειδικότεροι όροι των εγκεκριμένων Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών, ενώ μετά την έκδοση των διαταγμάτων θα ισχύουν οι ζώνες και οι όροι που αυτά θα καθορίζουν. Στις ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης, προστασίας της φύσης και διατήρησης οικοτόπων και ειδών αποκλείονται οι βιομηχανικές και εφοδιαστικές εγκαταστάσεις, καθώς και ιδιαίτερα οχλούσες ή επικίνδυνες βιομηχανικές εγκαταστάσεις.
Ίσως το πιο αποκαλυπτικό σημείο της μελέτης βρίσκεται στις αναφορές για τις αβεβαιότητες και τα κενά πληροφόρησης. Εκεί η ΣΜΠΕ αναφέρει ότι το σχέδιο είναι εθνικής εμβέλειας, χωρίς χωρικά προκαθορισμένες περιοχές ανάπτυξης δραστηριοτήτων, ενώ προβλέπει την αξιοποίηση υφιστάμενων οργανωμένων υποδοχέων, την ανάπτυξη νέων, την επέκταση νόμιμων υφιστάμενων μονάδων και τη συνέχιση της δυνατότητας εγκατάστασης δραστηριοτήτων εκτός σχεδίου. Το γεγονός αυτό, όπως αναφέρει, εισάγει σημαντική αβεβαιότητα ως προς τη χωροθέτηση και το κατά πόσο η δραστηριότητα αναμένεται εντός τόπων του δικτύου Natura 2000 ή σε περιοχές που δύνανται να τους επηρεάσουν εμμέσως.
Η ίδια ενότητα σημειώνει επίσης ότι το σχέδιο αφορά μια κατηγορία δραστηριοτήτων με μεγάλη ποικιλομορφία, με πάνω από 200 τύπους δραστηριοτήτων, και ότι μεταξύ των εξεταζόμενων δραστηριοτήτων υπάρχει μεγάλη διακύμανση ως προς το μέγεθος των εγκαταστάσεων, την ποσότητα των πόρων που απαιτούνται για κάθε δραστηριότητα και τους ρύπους που ενδέχεται να παραχθούν. Επιπλέον, η ΣΜΠΕ αναφέρει ότι οι διαδικασίες εκπόνησης και έγκρισης των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών για τον καθορισμό ζωνών προστασίας στις περιοχές Natura 2000 και οι επιτρεπόμενες δραστηριότητες εντός αυτών βρίσκονται ακόμη υπό διαμόρφωση.
Αυτό ακριβώς είναι και το λεπτό σημείο του νέου πλαισίου. Η μελέτη καταγράφει ένα ευρύ φάσμα πιθανών περιβαλλοντικών πιέσεων, αναγνωρίζει ότι υπάρχουν σημαντικές αβεβαιότητες ως προς τη μελλοντική χωροθέτηση και το είδος των εγκαταστάσεων, αλλά καταλήγει ότι δεν αναμένονται σημαντικές επιπτώσεις, εφόσον τηρηθούν οι περιορισμοί, τα μέτρα μετριασμού και οι διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο τι προβλέπει το χωροταξικό σε επίπεδο αρχών, αλλά πώς θα εφαρμοστεί όταν οι γενικές κατευθύνσεις μετατραπούν σε συγκεκριμένες επενδύσεις, συγκεκριμένες χωροθετήσεις και συγκεκριμένες πιέσεις στο πεδίο.
Η αντίφαση είναι ότι όσο πιο συγκεκριμένοι είναι οι αριθμοί για τις νέες ανάγκες σε γη, τόσο πιο ανοιχτό παραμένει το ερώτημα της χωροθέτησής τους. Η μελέτη προβλέπει σχεδόν 187.000 νέα στρέμματα για βιομηχανία και logistics, περιγράφει αναλυτικά τις πιθανές πιέσεις σε οικοτόπους και προστατευόμενα είδη, αλλά αφήνει το πιο κρίσιμο κομμάτι για τα επόμενα στάδια σχεδιασμού και αδειοδότησης. Εκεί θα φανεί αν το νέο μοντέλο ανάπτυξης μπορεί να προχωρήσει χωρίς να δημιουργήσει νέες συγκρούσεις με το περιβάλλον.



