Η εμπορική αντιπαράθεση μεταξύ Ευρώπης και Κίνας εισέρχεται σε μια νέα, πιο επικίνδυνη φάση, με το Πεκίνο να στέλνει ξεκάθαρο μήνυμα ότι δεν θα μείνει αδρανές απέναντι σε κινήσεις που θεωρεί εχθρικές. Η προωθούμενη ευρωπαϊκή νομοθεσία για την ενίσχυση της βιομηχανίας της ΕΕ δεν αποτελεί απλώς ένα οικονομικό μέτρο, αλλά πιθανή θρυαλλίδα για νέο γύρο αντιποίνων, σε μια περίοδο όπου οι παγκόσμιες ισορροπίες στο εμπόριο και την τεχνολογία βρίσκονται ήδη υπό έντονη πίεση.
Στο τελευταίο επεισόδιο κλιμάκωσης της εμπορικής έντασης, η Κίνα απηύθυνε σαφή προειδοποίηση στην ΕΕ ότι θα προχωρήσει σε αντίποινα, εάν οι εταιρείες της πληγούν από την προτεινόμενη νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία που αποσκοπεί στην ενίσχυση της βιομηχανίας του ένωσης απέναντι σε φθηνότερες εισαγωγές, φωτογραφίζοντας εν μέσω πλην σαφώς την Κίνα.
Ο νόμος αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές προσπάθειες της EΕ να αντιδράσει στις κινεζικές εισαγωγές υψηλής τεχνολογίας και στην αντιλαμβανόμενη απειλή τους για σημαντικούς τοπικούς κλάδους, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία. Η ΕΕ στοχεύει να αυξήσει το μερίδιο της μεταποίησης στο ΑΕΠ της στο 20% έως το 2035, από 14,3% πέρυσι.
Η νομοθεσία λαμβάνει χώρα σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ και η Κίνα διαπραγματεύονται παράταση της εύθραυστης εκεχειρίας τους στον εμπορικό τους πόλεμο, γεγονός που έχει οδηγήσει το Πεκίνο να επιδιώκει τη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας με την Ευρώπη, κρίσιμη αγορά για τις εξαγωγές του.

Η θέση του Πεκίνου
Το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου ανακοίνωσε ότι ο προτεινόμενος νόμος της ΕΕ, γνωστός ως Industrial Accelerator Act, σημαίνει ότι οι Κινέζοι επενδυτές «θα υποστούν διακρίσεις, κάτι που αντίκειται σε βασικές αρχές της οικονομίας της αγοράς, όπως η εμπορική ελευθερία και ο θεμιτός ανταγωνισμός». Aυτό σημαίνει ότι θα μπορούσαν να επηρεαστούν σοβαρά οι προσδοκίες των κινεζικών επιχειρήσεων για επενδύσεις στην Ευρώπη.
Πιο συγκεκριμένα, η νομοθεσία παραβιάζει μια σειρά αρχών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) και διεθνών συμφωνιών που διέπουν τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τις επιδοτήσεις, σύμφωνα με το Πεκίνο.
Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Ισπανού πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ στο Πεκίνο στα μέσα Απριλίου, το Πεκίνο είχε ασκήσει πιέσεις στη Μαδρίτη να συμβάλει στην ανατροπή αυτών των προτάσεων της ΕΕ, όπως είχε αναφέρει το Bloomberg, επικαλούμενο πηγές.
Η Κίνα δήλωσε ότι «είναι πρόθυμη να διεξαγάγει διάλογο και επικοινωνία με την ευρωπαϊκή πλευρά» για το ζήτημα. Κάλεσε δε την ΕΕ να καταργήσει «διακριτικές απαιτήσεις κατά των ξένων επενδυτών, απαιτήσεις τοπικού περιεχομένου, υποχρεωτική μεταφορά δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και τεχνολογίας, περιοριστικές πολιτικές στις δημόσιες προμήθειες και άλλες σχετικές διατάξεις».
Ωστόσο, προειδοποίησε ότι αν η ΕΕ αγνοήσει τις προτάσεις της Κίνας, δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να λάβει αντίμετρα, χωρίς να δώσει λεπτομέρειες, σύμφωνα με τους FT.

Το ευρωπαϊκό βιομηχανικό σχέδιο
Ο νόμος θεωρείται ως απάντηση της ΕΕ σε δεκαετίες πρακτικών που είχαν υιοθετηθεί από την Κίνα και οι οποίες απαιτούσαν από ξένες εταιρείες να επενδύουν μέσω κοινοπραξιών και να μεταφέρουν τεχνολογία σε τοπικούς κατασκευαστές.
Καθώς οι κινεζικές εταιρείες απέκτησαν τεχνογνωσία και άρχισαν να παράγουν προϊόντα υψηλότερης αξίας, οι ευρωπαίοι ανταγωνιστές διαμαρτύρονται ότι δεν μπορούν πλέον να ανταγωνιστούν αποτελεσματικά.
Η ΕΕ παρουσίασε το σχέδιο αυτό στις αρχές Μαρτίου με ρήτρα «Made in Europe» για δημόσιες συμβάσεις, επιδοτήσεις για την παραγωγή αλουμινίου, τσιμέντου και χάλυβα, καθώς και τεχνολογιών όπως οι ανεμογεννήτριες ή τα ηλεκτρικά οχήματα.
Επίσης, θα επιβάλει περιορισμούς σε ξένες επενδύσεις άνω των 100 εκατ. ευρώ από χώρες που κατέχουν πάνω από το 40% της παγκόσμιας παραγωγής σε στρατηγικούς τομείς, όπως οι μπαταρίες, τα ηλιακά πάνελ και η πυρηνική ενέργεια.
Οι επενδύσεις αυτές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τουλάχιστον το 50% των εργαζομένων προέρχονται από την ΕΕ, ότι συμμετέχουν τοπικές εταιρείες στη διαδικασία παραγωγής και ότι οι εταιρείες μεταφέρουν τεχνογνωσία σε Ευρωπαίους εταίρους.
Οι προτάσεις πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τα κράτη-μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πριν μετατραπούν σε νόμο.
Βασικός στόχος είναι να αξιοποιηθεί η ενιαία αγορά της ΕΕ, στο πλαίσιο και της έκθεσης του Μάριο Ντράγκι, για την ενίσχυση της ζήτησης για ευρωπαϊκά προϊόντα και τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα και στη συνέχεια να μεγιστοποιηθεί η προστιθέμενη αξία των ξένων επενδύσεων και να αναπτυχθούν βιομηχανικά έργα κλίμακας μέσω της απλοποίησης των αδειών.
Υπερπαραγωγή και πλεονάσματα
Ο OΟΣΑ έχει υπολογίσει ότι οι κατασκευαστές στην Κίνα λαμβάνουν επιδοτήσεις που είναι από τρεις έως εννέα φορές υψηλότερες από αυτές των αντίστοιχων εταιρειών στις ανεπτυγμένες οικονομίες.
Οι εμπορικοί εταίροι της Κίνας την κατηγορούν ότι δημιουργεί ιστορικά υψηλά εμπορικά πλεονάσματα μέσω υπερβολικών επιδοτήσεων στην παραγωγή, οδηγώντας σε πλημμύρα προϊόντων στις ξένες αγορές που αποβιομηχανοποιεί την τοπική παραγωγή.
Το Πεκίνο απορρίπτει τις κατηγορίες περί υπερπαραγωγικής ικανότητας και παρουσιάζει τον εαυτό του ως πυλώνα της παγκοσμιοποίησης, την ώρα που οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει δασμούς και η ΕΕ έχει κινηθεί για την προστασία τομέων από αυτό που θεωρεί αθέμιτο ανταγωνισμό.