Οι τιμές ρεύματος δεν κρίνονται από τις ΑΠΕ αλλά από το φυσικό αέριο, ενώ η Ελλάδα περνά σε φάση χαμηλότερων τιμών και ισχυρότερης θέσης στην αγορά. Με φόντο τη μεταβλητότητα και τις πιέσεις στο diesel, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, μιλώντας στο 7ο Power & Gas Forum που διοργάνωσε το energypress.gr ξεκαθάρισε ότι προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος για παρεμβάσεις στη λιανική. Την ίδια ώρα, η χώρα ενισχύει τον ρόλο της στις ροές φυσικού αερίου, οι εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνονται σε περιόδους υψηλής παραγωγής από ΑΠΕ, ενώ η βιομηχανία εμφανίζει καλύτερη εικόνα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Με αυτό τον τρόπο αποτύπωσε την ελληνική ενεργειακή αγορά – η οποία από χώρα με υψηλή εξάρτηση και ελλείμματα μετασχηματίζεται σε εξαγωγικό κόμβο – ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας ο οποίος χαρτογράφησε το ενεργειακό τοπίο και το πώς εντάσσονται σε αυτό οι επιχειρήσεις, η βιομηχανία και τα νοικοκυριά.
Η «μεγάλη εικόνα»: Ανάπτυξη με λιγότερη ενέργεια
Η Ελλάδα εμφανίζει πλέον μια σαφή αποσύνδεση μεταξύ ανάπτυξης και ενεργειακής κατανάλωσης. Σε σχέση με το 2005, η κατανάλωση ενέργειας έχει μειωθεί κατά περίπου -16%, οι εκπομπές έχουν υποχωρήσει κατά -49%, ενώ το ΑΕΠ έχει ανακάμψει, περιορίζοντας την απόκλιση σε περίπου -7%. Πρόκειται για μια δομική αλλαγή, που –όπως υπογράμμισε ο κ. Τσάφος – δεν αφορά μόνο τη συγκυρία, αλλά την ίδια τη λειτουργία της οικονομίας.
Από το έλλειμμα στο ενεργειακό «μαξιλάρι»
Το ενεργειακό ισοζύγιο αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη μεταβολή. Το έλλειμμα, που ιστορικά κινούνταν στο 2,5% – 3% του ΑΕΠ, εκτοξεύθηκε το 2022 πάνω από 6%, για να υποχωρήσει σήμερα περίπου στο 1,5% του ΑΕΠ. Η διόρθωση αυτή συνδέεται άμεσα με τη μείωση της κατανάλωσης, την αύξηση των εξαγωγών και την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής.
- «Στεγνώνει» η αγορά καυσίμων; Τι θα συμβεί αν λείψει το diesel στην Ελλάδα
- Καύσιμα: Το ράλι του πετρελαίου «ροκανίζει» Fuel Pass και επιδότηση στο ντίζελ
ΑΠΕ και λιγνίτης: Μια πλήρης ανατροπή
Η ενεργειακή μετάβαση αποτυπώνεται καθαρά στο μείγμα παραγωγής. Η ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη έχει μειωθεί κατά -92% σε σχέση με το 2005, ενώ ήδη από το 2019 η πτώση είχε φτάσει το -66%. Στη θέση του λιγνίτη, οι ΑΠΕ έχουν καλύψει το κενό, με τον ήλιο και τον άνεμο να καλύπτουν πλέον περίπου το 50% της ηλεκτροπαραγωγής. Σε όρους παραγωγής, η λιγνιτική ηλεκτροπαραγωγή έχει υποχωρήσει από επίπεδα άνω των 30 TWh τη δεκαετία του 2000 σε λιγότερες από 5 TWh, ενώ αντίθετα, τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά, κινούνται πλέον αθροιστικά πάνω από τις 20 – 25 TWh.
Φυσικό αέριο: Από «καταναλωτής» σε κόμβο
Η εικόνα στο φυσικό αέριο είναι εξίσου ενδεικτική της αλλαγής. Το 2020 η Ελλάδα λειτουργούσε κυρίως ως προορισμός κατανάλωσης, όμως το 2025 καταγράφει πλέον 17,7 δισ. κυβικά μέτρα εισροές και 11 δισ. κυβικά μέτρα εκροές, γεγονός που την τοποθετεί σε θέση διαμετακομιστή στην ευρύτερη περιοχή. Η ενίσχυση των ροών συνδέεται με τις υποδομές, όπως ο TAP, ο IGB και το LNG, αλλά και με τη συνολική αναδιάταξη των ενεργειακών ροών, σε μια συγκυρία όπου η Ευρώπη δεν ανταγωνίζεται πλέον για ρωσικό αέριο, αλλά για εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2025 η Βουλγαρία εισήγαγε περίπου 18 δισ. κυβικά μέτρα από την Τουρκία, γεγονός που αναδιαμορφώνει πλήρως τον χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Την ίδια στιγμή, η απομάκρυνση από το ρωσικό αέριο ανοίγει νέες ευκαιρίες για την Ελλάδα ως κόμβο εισόδου εναλλακτικών ποσοτήτων.
Οι τιμές φυσικού αερίου: Από τα 50 ευρώ στο σοκ και πίσω
Η πορεία των τιμών φυσικού αερίου εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τη συμπεριφορά της αγοράς ηλεκτρισμού. Οι τιμές TTF κινούνταν σε επίπεδα €45–€50/MWh τον χειμώνα 2024–2025, ενώ κατά την ενεργειακή κρίση είχαν εκτοξευθεί ακόμη και πάνω από €200/MWh, με ακραίες τιμές που άγγιξαν και τα €300–€350/MWh το 2022. Σήμερα, η αγορά εμφανίζει σημαντική αποκλιμάκωση, με επίπεδα κοντά στα €30–€50/MWh, αν και η μεταβλητότητα παραμένει έντονη, όπως επεσήμανε ο κ. Τσάφος.
Η αγορά ρεύματος, η εξάρτηση από το αέριο και οι ΑΠΕ
Όπως ανέδειξε, υπάρχει σαφής συσχέτιση μεταξύ χρήσης φυσικού αερίου και τιμών χονδρικής. «Κατά κανόνα, έχουμε ακριβές τιμές όταν καίμε πολύ αέριο», σημείωσε, εξηγώντας ότι η τιμή στην αγορά επόμενης ημέρας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κόστος φυσικού αερίου και το κόστος ρύπων. Δεν είναι τυχαίο ότι σε περιόδους έντασης, η μέση χονδρική τιμή μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 140 €/MWh. Τα δεδομένα δείχνουν ότι όσο αυξάνεται η παραγωγή από μονάδες φυσικού αερίου, τόσο οι τιμές κινούνται ανοδικά, με ισχυρή γραμμική συσχέτιση.
Από την άλλη, οι ΑΠΕ λειτουργούν ως «φρένο» στις τιμές. Τα δεδομένα δείχνουν ότι όταν η αιολική παραγωγή αυξάνεται – φτάνοντας ακόμη και τα 70–80 GWh ημερησίως – η Ελλάδα μετατρέπεται σε καθαρό εξαγωγέα. Όταν αντίθετα υποχωρεί, ακόμη και κάτω από 5 GWh, η χώρα γίνεται εισαγωγέας. Η διακύμανση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς η μέση παραγωγή αιολικών βρίσκεται γύρω στις 28,8 GWh, αλλά με τεράστιο εύρος από 2,2 έως 77,6 GWh.
Τιμές χονδρικής: Σύγκλιση και μεταβλητότητα
Η ελληνική αγορά εμφανίζει πλέον σύγκλιση με την Ευρώπη, αλλά με έντονες διακυμάνσεις. Οι τιμές κινούνται σε ένα εύρος περίπου 80–120 €/MWh σε όρους πρόσφατου μέσου όρου, ενώ σε περιόδους εξαγωγών η Ελλάδα μπορεί να είναι έως και 30 €/MWh φθηνότερη από γειτονικές αγορές. Σε περιόδους εισαγωγών, η εικόνα αντιστρέφεται.
Το πρώτο τρίμηνο του 2026, η Ελλάδα κατέγραψε τιμές χαμηλότερες όχι μόνο από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη αλλά και από αγορές της Κεντρικής Ευρώπης, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο υφυπουργός.
Καύσιμα και κατανάλωση: Η στροφή στο diesel και οι πιέσεις στις τιμές
Στο πλαίσιο της συνολικής εικόνας της αγοράς ενέργειας, ο υφυπουργός στάθηκε και στην εξέλιξη της κατανάλωσης καυσίμων, η οποία –όπως ανέφερε – δίνει κρίσιμα σήματα για τη δομή της ζήτησης και τις πιέσεις που διαμορφώνονται στην αγορά. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία, η ανάκαμψη μετά την κρίση δεν είναι ομοιόμορφη, ενώ καταγράφονται σαφείς μετατοπίσεις μεταξύ των επιμέρους προϊόντων.
Παρά το γεγονός ότι το πετρέλαιο δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, παραμένει το σημαντικότερο καύσιμο για την εγχώρια κατανάλωση. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η αγορά δεν έχει ανακτήσει πλήρως τα προ κρίσης επίπεδα σε όλες τις κατηγορίες, ωστόσο ορισμένα τμήματα εμφανίζουν ανάπτυξη.
Όπως ανέφερε, ενώ παραδοσιακά η Ελλάδα θεωρείται χώρα βενζίνης, στην πράξη παρατηρείται πλέον μετατόπιση προς το diesel, γεγονός που αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιόδους ενεργειακών πιέσεων. Παράλληλα, ανοδικά κινούνται και τα αεροπορικά καύσιμα, αντανακλώντας την ενίσχυση της δραστηριότητας στον τουρισμό και τις μεταφορές.
Σε επίπεδο τιμών, η εικόνα διαφοροποιείται ανά προϊόν: η βενζίνη ακολουθεί μια πιο σταθερή ανοδική πορεία χωρίς να έχει φτάσει σε ιστορικά υψηλά, ενώ στο diesel καταγράφεται εντονότερη πίεση, με τις τιμές στα τέλη Μαρτίου να προσεγγίζουν επίπεδα-ρεκόρ. «Στο diesel είδαμε πολύ υψηλές τιμές, κοντά σε ιστορικά υψηλά, και αυτός είναι ο λόγος που παρεμβήκαμε», σημείωσε, εξηγώντας το σκεπτικό των πρόσφατων μέτρων.
Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τη μετατόπιση της κατανάλωσης, αναδεικνύει –όπως άφησε να εννοηθεί– ότι το diesel αποτελεί σήμερα το πιο ευάλωτο σημείο της αγοράς καυσίμων σε περιόδους διεθνούς αστάθειας.
Λιανική και νοικοκυριά
Στη λιανική, η εικόνα είναι βελτιωμένη. Το πρώτο εξάμηνο του 2025, οι τιμές ήταν 21% χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ σε όρους αγοραστικής δύναμης η διαφορά περιορίζεται στο 2,7%. Δηλαδή, η Ελλάδα έχει σχεδόν συγκλίνει πλήρως με την Ευρώπη, παρά τις διαφορές εισοδήματος.
Βιομηχανία: Τα μέτρα και η εικόνα παραγωγής
Η ανάλυση συνδέθηκε και με τα μέτρα στήριξης της βιομηχανίας που ανακοινώθηκαν τη Μεγάλη Δευτέρα, τα οποία ξεπερνούν τα 100 εκατ. ευρώ ετησίως σε άμεσες παρεμβάσεις και συνοδεύονται από ένα επενδυτικό σκέλος περίπου 200 εκατ. ευρώ. Το πακέτο κινείται σε δύο επίπεδα: αφενός αφορά τους μεγάλους ενεργοβόρους καταναλωτές –δηλαδή τη βαριά βιομηχανία που επιβαρύνεται έντονα από το κόστος ενέργειας και CO₂– και αφετέρου επεκτείνεται σε ένα πολύ ευρύτερο φάσμα επιχειρήσεων, καλύπτοντας περίπου 23.000 μικρομεσαίες και μεσαίες βιομηχανίες κυρίως χαμηλής και μέσης τάσης.
Όπως επισημάνθηκε, στόχος είναι να περιοριστεί η πίεση στο ενεργειακό κόστος και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα, αξιοποιώντας το περιθώριο που δημιουργεί η βελτίωση του ενεργειακού ισοζυγίου και των διασυνδέσεων.
Παρά τις πιέσεις, η βιομηχανική παραγωγή στην Ελλάδα εμφανίζει αυξητική τάση, με τον δείκτη μεταποίησης να κινείται πάνω από τα επίπεδα του 2021 (=100). Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα καταγράφει άνοδο όταν σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ιταλία η παραγωγή μειώνεται, ενώ στη Γαλλία παραμένει στάσιμη.
Η νέα θέση της Ελλάδας στον ενεργειακό χάρτη
Η συνολική εικόνα που παρουσίασε ο κ. Τσάφος δείχνει μια χώρα που έχει μειώσει δραστικά τον λιγνίτη κατά 92%, καλύπτει περίπου το 50% των αναγκών της από ΑΠΕ, λειτουργεί ως κόμβος φυσικού αερίου με 17,7 bcm εισροές και 11 bcm εκροές, έχει περιορίσει το ενεργειακό έλλειμμα στο 1,5% του ΑΕΠ και εμφανίζει ανταγωνιστικές τιμές στην Ευρώπη. Ήδη, το 2026, η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων εξαγωγέων ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καταλαμβάνοντας την 4η θέση πίσω από χώρες όπως η Γαλλία, η Σουηδία, οι Κάτω Χώρες και η Γερμανία. Η μετάβαση αυτή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία, δεν είναι μόνο περιβαλλοντική, αλλά βαθιά οικονομική και γεωπολιτική.