Ο Ρωσο-ουκρανικός πόλεμος, έφερε για δεύτερη φορά μέσα σε 3 χρόνια (2020-2022) στο παγκόσμιο προσκήνιο, την ξεχασμένη μέχρι το 2022 έννοια της διατροφικής ασφάλειας. Κατά την διάρκεια του COVID-19, η παράλυση μέρους της εφοδιαστικής αλυσίδας αλλά κυρίως ο φόβος που είχε τότε επικρατήσει, δημιούργησε μεγάλες ανωμαλίες στην διατροφική αγορά και προκάλεσε τις πρώτες πληθωριστικές πιέσεις, μιας άλλης ξεχασμένης διαδικασίας εδώ και πολλά χρόνια.
Τη σκυτάλη ανέλαβε στη συνέχεια η πολεμική σύρραξη μεταξύ δύο κορυφαίων προμηθευτών της παγκόσμιας διατροφικής αγοράς, εκτινάσσοντας τις τιμές των αγαθών σε δυσθεώρητα ύψη,
Το πρόβλημα που δημιουργήθηκε ήταν διπλό: αυξημένων τιμών για τις ανεπτυγμένες χώρες και έλλειψης τροφίμων για τις πιο φτωχές.
Το ένα πρόβλημα ήταν αυτό που προαναφέρθηκε, ότι και οι δύο εμπλεκόμενοι, ήταν κορυφαίοι τροφοδότες της παγκόσμιας αγοράς βασικών διατροφικών αγαθών. Η Ουκρανία εν προκειμένου ήταν ο μεγαλύτερος τροφοδότης ηλιελαίου, ο δεύτερος παγκόσμιος προμηθευτής ελαιοκράμβης, ο τρίτος της αγοράς ξηρών καρπών, κυρίως λόγω των μεγάλων εξαγωγών καρυδιού, τέταρτος εξαγωγέας καλαμποκιού, βρώμης, μελιού και πέμπτος παγκόσμιος εξαγωγέας σιταριού.
Αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, είναι προφανές ότι επιφέρουν αύξηση στις τιμές στο ράφι, δυσαρέσκεια στους καταναλωτές και προβληματισμό στους πολίτες όλου του κόσμου, ανεπτυγμένου και αναπτυσσόμενου.
Το άλλο πρόβλημα, ήταν ότι μεγάλο μέρος της σοδειάς και των δύο εμπολέμων, κατευθυνόταν, είτε μέσω του προγράμματος επισιτιστικής βοήθειας του FAO, είτε μέσω εμπορικών δρόμων, προς χώρες με χρόνια και σημαντικά προβλήματα πείνας.
Προβλήματα στα χωράφια της Ουκρανίας και λιμάνια της Ουκρανίας αλλά και της Ρωσίας, ήταν λογικό να έχουν βαρύ τίμημα στις φτωχές αυτές χώρες και τους πληθυσμούς που υπέφεραν. Αναλυτικότερα, η Ερυθραία εισήγαγε πριν τον πόλεμο το 100% του σιταριού από Ρωσία και Ουκρανία, Η Σομαλία πάνω από το 90%, η Αίγυπτος 75-80%, Η Λιβύη 48%, το Σουδάν και η Μαυριτανία 75-80%.
Το χρονικό του δράματος
Στο παρακάτω διάγραμμα, που επεξεργάστηκε η Γαλλική εταιρεία Agriculture Strategies, φαίνονται οι 4 φάσεις της ανώμαλης πορείας της τιμής του σιταριού, από την έναρξη των εχθροπραξιών μέχρι σήμερα.
Αρχικά, με τις τιμές πριν την εισβολή να βρίσκονται περί τα 200 ευρώ ο τόνος, να αυξάνονται όσο πύκνωναν οι φήμες και να εκτοξευθούν αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου, την πρώτη φάση του δράματος από τον Φεβρουάριο 2022 έως τον Ιούλιο 2022.
Αμέσως μετά, η πρωτοβουλία για την διώρυγα των σιτηρών, έδωσε μια ένεση στην αγορά, αφού φορτηγά πλοία με ουκρανικό σιτάρι, μπορούσαν να περάσουν με ασφάλεια την εμπόλεμη ζώνη και μέσω του Βοσπόρου να κατευθυνθούν στις διεθνείς αγορές. Η τιμή του σιταριού άρχισε να υποχωρεί ραγδαία, μέχρι την τρίτη φάση, όπου ο διάδρομος των σιτηρών καταργήθηκε για λίγους μήνες.
Η τέταρτη και τελευταία φάση, ξεκινάει το φθινόπωρο του 2024, με την επανέναρξη των ουκρανικών εξαγωγών, μέσω των χωρικών υδάτων Ρουμανίας και Βουλγαρίας. Οι τιμές του σιταριού εξομαλύνθηκαν και έπεσαν σε πρωτόγνωρα χαμηλά επίπεδα, δημιουργώντας τα γνωστά προβλήματα στις αγροτικές οικονομίες όλου του κόσμου.

Ετήσια άρθρα για τις επιπτώσεις του πολέμου κάθε ετήσια επέτειο, μπορείτε να βρείτε εδώ, εδώ κι εδώ.
Η κερδοσκοπία ή ελλείψεις στην φυσική αγορά προϊόντος εκτίναξαν τις τιμές;
Ο ιστορικός του μέλλοντος, θα πρέπει να ξεχωρίσει την ουσία από τον θόρυβο της περιόδου αυτής, εάν δηλαδή η αύξηση των διεθνών τιμών του πλέον βασικού παγκόσμιου διατροφικού προϊόντος του σιταριού, ήταν αποτέλεσμα των φυσικών εμποδίων που δημιούργησε η πολεμική σύγκρουση, ή ήταν αποτέλεσμα της διεθνούς κερδοσκοπίας, που βρήκε ευκαιρία να οικειοποιηθεί μέρος του παγκόσμιου πλούτου, ποντάροντας στις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές αγαθών.
Σύμφωνα με στοιχεία της γνωστής τράπεζας Societe Generale, που ανέλυσε το Unearth, το δημοσιογραφικό όργανο της Greenpeace στη Αγγλία σε συνεργασία με την Guardian και το Lighthouse Reports , φαίνεται ότι προκύπτουν κέρδη ύψους 1,9 δισ. δολαρίων τους τρεις πρώτους μήνες από την έναρξη των εχθροπραξιών για 10 επενδυτικά ταμεία!
Χρησιμοποιώντας εξειδικευμένες τεχνικές και αλγορίθμους για να εντοπίζουν άνοδο ή πτώση τιμών και αγοράζοντας ή πουλώντας παράγωγα με ταχύτητα, κατόρθωσαν να γράψουν τεράστια κέρδη για τους ίδιους και προβλήματα για τα καλάθια της νοικοκυράς σε ολόκληρο τον κόσμο.
Σύμφωνα με τον ειδικό του ΟΗΕ Michael Fakhni, από την διεθνή αγορά έλειψαν σε ένα χρόνο πολέμου μόλις 7 εκατ. τόνοι, ή το 1% της αγοράς, ενώ οι τιμές αυξήθηκαν κατά 50% σε μόλις δύο μήνες!!!
Στο χορό και τα λιπάσματα
Η αύξηση τιμής των λιπασμάτων, ήταν ένα άλλο σημαντική παράπλευρη απώλεια για την διεθνή αγορά τροφίμων. Η Ρωσία και η σύμμαχός της Λιθουανία, είναι από τις βασικότερες χώρες παραγωγής λιπασμάτων. Η αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου, εκτόξευσε τις τιμές των αμμωνιακών λιπασμάτων, ενώ γεωπολιτικές σκοπιμότητες τις αντίστοιχες του καλίου. Ετσι οι παραγωγοί σε ολόκληρο τον κόσμο, βρέθηκαν μπροστά σε ένα καινούργιο σκηνικό με το κόστος παραγωγής να σκαρφαλώνει σε επίπεδα αδιανόητα.
Και το χειρότερο να παραμένει εκεί ψηλά, πότε με την μία πότε με την άλλη δικαιολογία...
Με βάση τα παραπάνω, το διατροφικό θέμα επανήλθε στην διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα, ως μέσο ισχύος, ως ένα «σιωπηλό όπλο» όπως έχει κατά κόρον χαρακτηρισθεί. Η θέση της Ουκρανίας στο παγκόσμιο εμπόριο, είναι σαφές ότι κλονίστηκε. Καταγράφοντας απώλειες παραγωγικών εδαφών της τάξης 20%+, αλλά και μεγάλο μέρος του εναπομείναντος εδάφους να παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα για μια ασφαλή καλλιέργεια, είναι φυσικό ότι ξεκινάει πια από μια κατώτερη βάση στη νέα τάξη πραγμάτων. Η παραγωγή σιταριού, καλαμποκιού και κριθαριού δεν είναι πια στις πρώτες επιλογές των Ουκρανών αγροτών.
Οι δυσκολίες να εξαχθούν τόσο μεγάλες ποσότητες με υποδομές που παρουσιάζουν τόσα πολλά προβλήματα και κινδύνους, άρα και υψηλά ασφάλιστρα, αποθαρρύνουν παράλληλα και τους εμπόρους. Αντίθετα, η καλλιέργεια ηλιοσπόρου ο οποίος προορίζεται για την τοπική βιομηχανία ηλιελαίου αποκτά δεσπόζουσα θέση. Εδώ όμως η κλιματική αλλαγή και οι παρατεταμένες ξηρασίες των δύο τελευταίων ετών, δυσκολεύουν τις προσπάθειες αγροτών και κυβέρνησης.
Και σαν να μην έφταναν τα δεινά του πολέμου, η ενδημική όπως φαίνεται διαφθορά στην Ουκρανία, έκανε και στον τομέα αυτό την εμφάνισή της. Κακοδιαχείριση τόσο εθνικών κονδυλίων, όσο και διεθνούς βοήθειας, οδήγησε στην απορρόφηση του Υπουργείου Γεωργίας από το Υπουργείο Οικονομικών.
Πάσα ομοιότητα με τα καθ' ημάς, εντελώς συμπτωματική….
Και μετά τον πόλεμο τι;
Κανείς δεν ξέρει πώς θα είναι ο ιστορικά σιτοβολώνας της Ευρώπης, όταν τελειώσει ο πόλεμος. Εκτός της απώλειας εδαφών που θα περάσουν στην Ρωσία, πολλά εδάφη θα χρειαστούν χρόνια να εξυγιανθούν από νάρκες και άλλα χημικά, ενώ οι χαμηλές σημερινές τιμές των εμπορευμάτων, δεν δικαιολογούν καμία σχετική επενδυτική πρωτοβουλία. Η Ουκρανία στα χρόνια του πολέμου, κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες να κρατήσει ζωντανή την αγροτική της οικονομία.
Με πείσμα συνεχίστηκε η καλλιέργεια της γεμάτης κινδύνους αγροτικής γης, οι γυναίκες ενεπλάκησαν ενεργά στην καλλιέργεια, νέοι οδικοί και σιδηροδρομικοί δρόμοι ανακαλύφθηκαν για την εξαγωγή προϊόντων.
Τα πράγματα όμως αλλάζουν και ο πόλεμος στέκεται εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό. Απόδειξη η απώλεια της Ευρωπαϊκής αγοράς καρυδιών από την Ουκρανία. Σύμφωνα με το USDA, πριν τον πόλεμο η Ουκρανία εξήγαγε κατά μέσο όρο προϊόντα αξία 92 εκατ. ευρώ ετησίως ποσό που αντιστοιχούσε στο 1/3 των εισπράξεων από φρούτα, λαχανικά και ξηρούς καρπούς. Το 2025, οι εξαγωγές έπεσαν κατά 90% σε μόλις 9,2 εκατ. ευρώ!
Μια από τις αιτίες, ήταν το νέο πλαίσιο εισαγωγών της ΕΕ, που στην ουσία απέκλειε την εισαγωγή ποσοτήτων που συνέλεγαν νοικοκυριά στην Ουκρανία και αντιστοιχεί στο 90% της παραγωγής στην χώρα. Υπό καθεστώς πολέμου, δεν θα πρέπει να αναμένεται σύντομα εκσυγχρονισμός του κλάδου.
Δυστυχώς όμως έχει κι εδώ χτυπήσει ο παγκόσμιος ιός της εγκατάλειψης της αγροτικής δραστηριότητας από νέους ανθρώπους. Στις πόλεις, προσφέρονται καλύτεροι μισθοί και καλύτερες συνθήκες ζωής. Η εικόνα της αγροτικής παραγωγής στα μάτια των νέων δεν είναι πια η ίδια. Σε αυτό προσθέστε και τις χιλιάδες νάρκες και άλλες βόμβες που παραμένουν στα χωράφια ενεργές...