Περίπου 140.000 ευρώ λαμβάνει ετησίως ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (Bank for International Settlements - BIS) η Κριστίν Λαγκάρντ, παρά την απαγόρευση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για πληρωμές τρίτων προς το προσωπικό, όπως σημειώνουν οι Financial Times. Σύμφωνα με τους FT, ορισμένοι υπάλληλοι της ΕΚΤ, έχουν διαμαρτυρηθεί για την προφανή διαφορετική στάση στις απολαβές και κάνουν λόγο για «προνομιακή μεταχείριση» στην κορυφή της πυραμίδας.
Οι εργαζόμενοι υπογραμμίζουν ότι εφαρμόζονται άλλα κριτήρια για την πρόεδρο και για τους «κοινούς θνητούς» στην ΕΚΤ. Η Λαγκάρντ είναι μία από τους 18 κορυφαίους κεντρικούς τραπεζίτες παγκοσμίως που συμμετέχουν στο Δ.Σ. της BIS, ενός θεσμού που ιδρύθηκε το 1930 και λειτουργεί ως «τράπεζα των κεντρικών τραπεζών». Η BIS προβλέπει σταθερή ετήσια αποζημίωση και μεταβλητές αμοιβές συμμετοχής (attendance fees) για τα μέλη του συμβουλίου, χωρίς όμως να δημοσιοποιεί αναλυτικά τι λαμβάνει κάθε πρόσωπο.
Ωστόσο, σε γραπτή απάντηση προς τον Γερμανό ευρωβουλευτή Φάμπιο Ντε Μάζι και τον Σουηδό συνάδελφό του Ντικ Έριξον, η πρόεδρος της ΕΚΤ γνωστοποίησε για πρώτη φορά ότι έλαβε το 2025 ποσό 130.457 ελβετικών φράγκων από την BIS – περίπου 140.000 ευρώ. Η αποκάλυψη αυτή ήρθε σε συνέχεια δημοσιευμάτων και ερωτημάτων γύρω από το συνολικό επίπεδο απολαβών της προέδρου.
Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτονται στο επίμαχο δημοσίευμα, το 2024 η Λαγκάρντ έλαβε βασικό μισθό από την ΕΚΤ 466.000 ευρώ και επιπλέον 135.000 ευρώ σε παροχές (fringe benefits), με τις συνολικές απολαβές της να εκτιμώνται κοντά στις 741.000 ευρώ, γεγονός που την κατατάσσει μεταξύ των υψηλότερα αμειβόμενων αξιωματούχων της ΕΕ.
Κατά τον κανονισμό προσωπικού της ΕΚΤ, οι υπάλληλοι δεν πρέπει να δέχονται «οποιαδήποτε πληρωμή από τρίτους σε σχέση με την άσκηση των επαγγελματικών τους καθηκόντων», προσθέτοντας ότι, εάν προσφερθούν τέτοιες πληρωμές, «θα καταβάλλονται στην ΕΚΤ». Η κεντρική τράπεζα δήλωσε στην FT ότι η πρόεδρός της «δεν είναι μέλος του προσωπικού» και, ως εκ τούτου, «δεν καλύπτεται από τους κανόνες προσωπικού», προσθέτοντας ότι «υπόκειται σε ειδικό κώδικα δεοντολογίας για υψηλόβαθμα στελέχη της ΕΚΤ».