Σημάδια ομαλοποίησης τόσο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας όσο και φυσικού αερίου κατά το 2ο τρίμηνο του 2025, διαβλέπει η Κομισιόν στις δύο αντίστοιχες εκθέσεις που έδωσε στη δημοσιότητα. Όσον αφορά τον ηλεκτρισμό, ένα σημαντικό χαρακτηριστικό ήταν τα επίπεδα ρεκόρ στην παραγωγή των φωτοβολταϊκών, σε συνδυασμό με τη σημαντική πτώση της υδροηλεκτρικής παραγωγής.
Στο «μέτωπο» των λιανικών τιμών για οικιακούς καταναλωτές, η τιμή για τα ελληνικά νοικοκυριά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ανήλθε σε 23,26 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα. Η επίδοση αυτή κατατάσσει τη χώρα μας στην 16η ακριβότερη ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ΕΕ. Επίσης, κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τον πανευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος ήταν 24,6 λεπτά ανά kWh.
Τα 24,6 λεπτά αντιπροσωπεύουν οριακή αύξηση κατά 3% σε ετήσια βάση. Μάλιστα, η αύξηση αυτή προήλθε από την ενίσχυση των φόρων και των τελών δικτύου, καθώς το ενεργειακό σκέλος των λογαριασμών μειώθηκε. Επιπλέον, παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών της ΕΕ, με αρκετές να καταγράφουν διψήφιες αυξήσεις (π.χ. Αυστρία, Λουξεμβούργο, Πολωνία) και άλλες να σημειώνουν σημαντικές μειώσεις λόγω χαμηλότερου ενεργειακού κόστους (π.χ. Σλοβενία, Εσθονία, Γαλλία).
Σταθερή η κατανάλωση
Η παραγωγή των φωτοβολταϊκών κατέρριψε σε νέο ρεκόρ το δεύτερο τρίμηνο, φτάνοντας τις 98 TWh (+20%). Ωστόσο, η υδροηλεκτρική ενέργεια κατέγραψε σημαντική πτώση (-17%), αν και από εξαιρετικά υψηλά επίπεδα το προηγούμενο έτος. Η χερσαία αιολική ενέργεια αυξήθηκε ελαφρώς (+3%), αλλά αυτό αντισταθμίστηκε από μείωση των υπεράκτιων αιολικών (-6%). Η πυρηνική παραγωγή επίσης σημείωσε μικρή πτώση (-2%).
Το μερίδιο των ΑΠΕ παρέμεινε σταθερό στο 52% στο δεύτερο τρίμηνο του 2025 (όπως και στο δεύτερο τρίμηνο του 2024), ενώ το μερίδιο των ορυκτών καυσίμων αυξήθηκε ελαφρώς στο 25% (από 24% στο δεύτερο τρίμηνο του 2024). Σε αυτή την αύξηση οφείλεται η μικρή ενίσχυση των τιμών, σε συνδυασμό με το υψηλότερο κόστος του αερίου. Ωστόσο, οι τιμές ήταν πολύ χαμηλότερες από ό,τι στο πρώτο τρίμηνο του έτους, κυρίως λόγω σχετικής πτώσης στις τιμές φυσικού αερίου, υποδεικνύοντας θετική πορεία για τους επόμενους μήνες.
Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ παρέμεινε σχεδόν σταθερή (0,4%) σε σύγκριση με το δεύτερο τρίμηνο του 2024. Σε εθνικό επίπεδο, 17 χώρες της ΕΕ παρουσίασαν αύξηση στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ οι υπόλοιπες χώρες παρέμειναν σταθερές ή κατέγραψαν πτώση. Τα επίπεδα ζήτησης για το δεύτερο τρίμηνο του 2025 εξακολουθούσαν να βρίσκονται κάτω από τον προ-κρίσης μέσο όρο (-6%, σε σύγκριση με την περίοδο 2015-2019).
Ακριβό παραμένει το αέριο
Η μέση χονδρική τιμή του αερίου ήταν 35 €/MWh – δηλαδή ακόμη 10% υψηλότερη σε σχέση με την ίδια περίοδο το 2024, αλλά 24% χαμηλότερη σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, υποδηλώνοντας την έναρξη μιας νέας καθοδικής τάσης με χαμηλότερες τιμές στο μέλλον. Αυτή η τάση οφείλεται στην αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς LNG, στη μειωμένη ζήτηση και στις πιο ήπιες καιρικές συνθήκες με την έναρξη του καλοκαιριού – γεγονός που προοιωνίζει θετικά για τους επόμενους μήνες.
Οι τιμές λιανικής του φυσικού αερίου επίσης κατέδειξαν το τέλος της ανοδικής τάσης των τελευταίων τριών τριμήνων. Πιο συγκεκριμένα, ήταν μειωμένες κατά 2% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και 9% σε ετήσια βάση – από 111,4 €/MWh τον Απρίλιο σε 108,7 €/MWh τον Ιούνιο.
Η κατανάλωση φυσικού αερίου ήταν 2% χαμηλότερη σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2024, υποδηλώνοντας τη σταθεροποίηση της ζήτησης φυσικού αερίου στην ΕΕ σε χαμηλότερο επίπεδο από τον ιστορικό μέσο όρο πριν το 2020. Το αντίστοιχο νούμερο για το 2ο τρίμηνο ήταν περίπου το μισό του πρώτου τριμήνου – όπως αναμενόταν – λόγω της λήξης της περιόδου θέρμανσης και της αύξησης της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές.
Ρεκόρ στις εισαγωγές LNG
Τα στοιχεία για τις εισαγωγές δείχνουν αύξηση των όγκων φυσικού αερίου στα 75 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα (bcm) – αύξηση 9% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και 8% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ο κύριος λόγος ήταν οι εισαγωγές ρεκόρ LNG, που έφτασαν τα 35 bcm.
Πρόκειται για αύξηση κατά 11% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και για ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση κατά 37% σε ετήσια βάση, αντικατοπτρίζοντας σε μεγάλο βαθμό την αντικατάσταση του ρωσικού αερίου μέσω αγωγών με LNG. Το LNG αντιπροσώπευε το 46% των εισαγωγών φυσικού αερίου, ενώ οι εισαγωγές μέσω αγωγών περιορίστηκαν στο 54% – με τη Νορβηγία να είναι ο μεγαλύτερος συνολικός προμηθευτής, με 30% (22 bcm).
Οι Ηνωμένες Πολιτείες προμήθευσαν το 58% του LNG στην ΕΕ (20,3 bcm), ακολουθούμενες από τη Ρωσία (14%, 4,9 bcm) και το Κατάρ (8%, 2,7 bcm). Οι εισαγωγές μέσω αγωγών στην ΕΕ ήταν 41 bcm, μ,ε αύξηση 8% σε τριμηνιαία βάση και μείωση 9% σε ετήσια σύγκριση. Η ετήσια μείωση αντανακλά τη διακοπή των ρωσικών εισαγωγών μέσω Ουκρανίας σε συνδυασμό με τη μείωση των εισαγωγών από τη Βόρεια Αφρική σε σχέση με πέρυσι.