Μικρότερη περικοπή σύνταξης θα εφαρμόζεται στους συνταξιούχους που συνεχίζουν να εργάζονται, σύμφωνα με το νόμο Βρούτση που ψηφίστηκε τον περασμένο Φεβρουάριο. Η σύνταξη θα περικόπτεται κατά 30%, αντί για 60% που προβλεπόταν με βάση το προηγούμενο καθεστώς.

Πλέον ο συνταξιούχος που εργάζεται θα λαμβάνει το 70% της σύνταξής του, αντί του 40% που εισπράττει σήμερα, για όσο χρονικό διάστημα απασχολείται και έχει υποχρέωση ασφάλισης στους κλάδους κύριας και επικουρικής ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ.

Η αύξηση αποδοχών των συνταξιούχων που εργάζονται συνοδεύεται και με αλλαγή των εισφορών που θα καταβάλλουν, με αφετηρία την 28η  Φεβρουαρίου 2020.

Πλέον με εγκύκλιό του ο e-ΕΦΚΑ ορίζει πως το νέο καθεστώς απασχόλησης συνταξιούχων θα εφαρμοστεί από τον Αύγουστο (για τις συντάξεις Σεπτεμβρίου), γεγονός που συνεπάγεται αναδρομικά 6μήνου για τους δικαιούχους (αφορούν τις συντάξεις Μαρτίου έως και Αυγούστου 2020).

Τα αναδρομικά θα πιστωθούν στους λογαριασμούς των εργαζόμενων συνταξιούχων μαζί με τη σύνταξη Σεπτεμβρίου, στο τέλος Αυγούστου.

Οι νέες διατάξεις εφαρμόζονται στους συνταξιούχους λόγω γήρατος όλων των ενταχθέντων στον e-ΕΦΚΑ φορέων και του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων και των προσώπων που λαμβάνουν χορηγία ή βουλευτική σύνταξη, οι οποίοι είτε έχουν αναλάβει εργασία ή ιδιότητα ή δραστηριότητα πριν από τις 28/2/2020 ή θα αναλάβουν εργασία ή αυτοαπασχόληση μετά την ισχύ του ν. 4670/2020 (νόμος Βρούτση).

Ειδικότερα σύμφωνα με την εγκύκλιο του e-ΕΦΚΑ, οι νέες διατάξεις εφαρμόζονται στους συνταξιούχους λόγω γήρατος όλων των ενταχθέντων στον e-ΕΦΚΑ φορέων και του δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων και των προσώπων που λαμβάνουν χορηγία ή βουλευτική σύνταξη οι οποίοι είτε έχουν αναλάβει εργασία ή ιδιότητα ή δραστηριότητα πριν την 28.2.2020 ή θα αναλάβουν εργασία ή αυτοαπασχόληση μετά την ισχύ του Ν.4670/2020, δηλαδή από 28.2.2020, εφόσον για την εργασία ή την ιδιότητα ή την δραστηριότητα προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης στον e- ΕΦΚΑ, σύμφωνα με τις σχετικές γενικές ή ειδικές ή καταστατικές διατάξεις των πρώην φορέων που εντάχθηκαν στον e-ΕΦΚΑ.

Συγκεκριμένα, αφορά:

α. Ασφαλισμένους που συνταξιοδοτήθηκαν από 28.2.2020 και μετά και ανέλαβαν εργασία ή δραστηριότητα είτε πριν είτε μετά την συνταξιοδότησή τους,

β. Ασφαλισμένους που είχαν ήδη συνταξιοδοτηθεί κατά την ημερομηνία αυτή και ανέλαβαν εργασία μετά την 28.2.2020,

γ. Ασφαλισμένους που είχαν ήδη συνταξιοδοτηθεί κατά την ημερομηνία αυτή και οι οποίοι είχαν αναλάβει εργασία ή ιδιότητα ή δραστηριότητα πριν την 28.2.2020. Στην περίπτωση αυτή διακρίνουμε δύο κατηγορίες:
i) τους εργαζόμενους συνταξιούχους που καταλαμβάνονταν από τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ν.4387/2016 στους οποίους εφαρμόζεται το άρθρο 27 του Ν.4670/2020 από 28.2.2020, εφόσον συνέχισαν να εργάζονται κατά την ημερομηνία αυτή και
ii) τους συνταξιούχους οι οποίοι είχαν αναλάβει εργασία ή είχαν αποκτήσει ιδιότητα ή δραστηριότητα υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση πριν την 13.5.2016 και δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 20 του Ν.4387/2016. Οι συνταξιούχοι αυτής της κατηγορίας υπάγονται στο πεδίο των διατάξεων του άρθρου 27 του Ν.4670/2020 από 1.3.2022 εφόσον συνεχίζουν εργαζόμενοι κατά την ημερομηνία αυτή σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 1α του άρθρου 20 του Ν.4387/2016, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 27 του Ν.4670/2020 και το άρθρο 78 του Ν.4690/2020. Όμως, στην περίπτωση που διακόψουν την απασχόλησή τους μέχρι 28.02.2022, ευνόητο είναι ότι για όσο χρόνο είχαν εργαστεί ενέπιπταν στις προϊσχύουσες οικείες διατάξεις περί απασχόλησης συνταξιούχων.

Για παράδειγμα, συνταξιούχος ο οποίος ανέλαβε εργασία την 1.7.2016 και συνεχίζει εργαζόμενος και μετά την 28.2.2020, εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν.4670/2020 από 28.2.2020, ενώ συνταξιούχος ο οποίος ανέλαβε εργασία την 1.3.2016 (δηλαδή πριν από την ισχύ των διατάξεων του Ν.4387/2016) και ο οποίος συνεχίζει εργαζόμενος και μετά την 28.2.2020, εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν.4670/2020 από 1.3.2022 (εφόσον εξακολουθεί να εργάζεται ή να αυτοαπασχολείται και μετά την ημερομηνία αυτή).

δ. Όσους εργάζονται ως μισθωτοί ή αυτοαπασχολούνται σε χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε χώρα με την οποία δεν έχει συναφθεί διμερής σύμβαση κοινωνικής ασφάλειας, οι οποίοι αντιμετωπίζονται κατά περίπτωση σύμφωνα με τα προαναφερόμενα (α,β,γ).

Για τους συνταξιούχους οι οποίοι έχουν ήδη αναλάβει ή αναλαμβάνουν από της δημοσιεύσεως του νόμου εργασία ή αποκτούν ιδιότητα ή δραστηριότητα σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση του e-Ε.Φ.Κ.Α., θεσπίζεται μεταβατικό στάδιο ενός έτους για την αναστολή καταβολής της σύνταξης με κριτήριο το χρονικό σημείο κατά το οποίο συμπληρώνουν το 61ο ή το 62ο έτος.

Συγκεκριμένα, για τους συνταξιούχους οι οποίοι συμπληρώνουν το 61ο έτος της ηλικίας τους έως και την 28.2.2021, αφενός, αίρεται η αναστολή καταβολής της σύνταξής τους από την επομένη της συμπλήρωσης του 61ου έτους της ηλικίας τους και, αφετέρου, εφόσον συνεχίζουν εργαζόμενοι και μετά τη συμπλήρωση αυτής της ηλικίας, εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α της παραγράφου 1, δηλαδή το μεικτό ποσό της σύνταξής τους μειώνεται κατά 30%.

Από 1.3.2021 και εφεξής η άρση της αναστολής καταβολής της σύνταξης θα γίνεται πλέον μετά τη συμπλήρωση του 62ου έτους. Ευνόητο είναι ότι στην περίπτωση που το 62ο έτος της ηλικίας συμπληρώνεται πριν από την ημερομηνία αυτή, οι συνταξιούχοι θα εμπίπτουν στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης α της παραγράφου 1 από την επομένη της συμπλήρωσης του 62ου έτους της ηλικίας τους.

 

Παράδειγμα

Έστω ότι συνταξιούχος εργάζεται για το διάστημα 1.1.2016 έως και 30.6.2022 και πραγματοποιεί χρόνο ασφάλισης μετά τη συνταξιοδότηση 6 έτη και 6 μήνες. Ο υπολογισμός της προσαύξησης της σύνταξής του θα γίνει ως εξής:
Αφού αθροίσουμε τις αποδοχές των ετών 1.1.2016 έως και 30.6.2022 διαιρούμε με τους αντίστοιχους μήνες ασφάλισης και βρίσκουμε το μέσο όρο. Το ποσό της προσαύξησης ισούται με το γινόμενο:
0,77 ( συντελεστής αναπλήρωσης για χρόνο ασφάλισης έως και 15 έτη) Χ 6,5 (έτη ασφάλισης μετά τη συνταξιοδότηση) Χ μέσο όρο μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών.

Το ποσό που προκύπτει από τον ανωτέρω υπολογισμό (που είναι ίδιος με τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης) προστίθεται στη σύνταξη που ήδη λαμβάνει ο δικαιούχος είτε αυτή η σύνταξη έχει απονεμηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4387/2016 είτε πρόκειται για σύνταξη που επανυπολογίστηκε σύμφωνα με τον Ν.4387/2016.