Στο διεθνές ενεργειακό περιβάλλον, στις τιμές του πετρελαίου και στην πορεία της ζήτησης ενέργειας στην Ελλάδα αναφέρθηκε ο κ. Κώστας Ανδριοσόπουλος, Καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας στο ESCP Business School και Αντιπρόεδρος της ΔΕΠΑ κατά την ανάλυσή του στο πλαίσιο της διαδικτυακής συζήτησης που συνδιοργάνωσαν το Insider.gr και η Ελληνική Εταιρεία Ενεργειακής Οικονομίας (ΗΑΕΕ) την Τετάρτη.

Συμμετέχοντας στο «διαδικτυακό πάνελ» με θέμα «Covid-19: H επόμενη ημέρα για την ενέργεια & τη βιομηχανία στην Ελλάδα», ο Δρ. Ανδριοσόπουλος κάνοντας ειδική παρουσίαση η οποία περιείχε και στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Ενέργειας, σημείωσε ότι η παγκόσμια μείωση της ενεργειακής ζήτησης πλησιάζει τα επίπεδα που παρατηρήθηκαν κατά την μεγάλη ύφεση του 1930 και εκτίμησε ότι στο τέλος του έτους η πτώση της ζήτησης θα μπορούσε να είναι ακόμη και κατά επτά ή οκτώ φορές μεγαλύτερη από εκείνη που παρατηρήθηκε σε μια πιο πρόσφατη ύφεση, εκείνη του 2008.

Εστιάζοντας στο πετρέλαιο, επεσήμανε ότι κατά τον Μάρτιο και τον Απρίλιο καταγράφτηκε τρομακτική πτώση της ζήτησης λόγω των περιοριστικών μέτρων σε όλες τις χώρες. Η ζήτηση μειώθηκε κατά 30 εκατ. βαρέλια την ημέρα τον Απρίλιο από τα 100 εκατ. βαρέλια και αυτό «είναι ένα πολύ μεγάλο σοκ», σημείωσε.

Αναφερόμενος στις χαμηλές τιμές του πετρελαίου, υποστήριξε ότι αυτό έχει οδηγήσει σε μείωση των επενδύσεων κατά 20%-30% από την πλευρά των διεθνών ομίλων ενώ και στην Ελλάδα διακυβεύονται project όπως για παράδειγμα οι εξορύξεις στον Πρίνο αλλά και οι έρευνες υδρογονανθράκων σε άλλα πιο παρθένα μέρη (Ιόνιο, Κρήτη) καθώς και στην Κύπρο.

«Ελπίζουμε να δούμε ανάκαμψη της αγοράς πολύ σύντομα», σημείωσε ενώ αναφέρθηκε και στα θετικά αποτελέσματα που έχει να επιδείξει η Ελλάδα. Συγκεκριμένα, αναλύοντας τις επιπτώσεις της μείωσης της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια στα διάφορα κράτη που βρέθηκαν σε συνθήκες lockdown, ο Δρ. Ανδριοσόπουλος επεσήμανε ότι η Ελλάδα έχει επιδείξει ένα πάρα πολύ καλό αποτέλεσμα σε σχέση με την αντιμετώπιση του κορονοϊού και αυτό αντικατοπτρίζεται στη μείωση της ενεργειακής ζήτησης, η οποία (μείωση) δεν έχει ξεπεράσει το 10%. Η πτώση αυτή αναμένεται να πέσει στο 5% σε ετήσια βάση, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχιστεί η θετική πορεία αναφορικά με τα περιοριστικά μέτρα. Εξηγώντας περαιτέρω, ανέφερε ότι περίπου το 10%-20% της εβδομαδιαίας ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας χάνεται όταν επιβάλλονται από μέτρια έως αυστηρά περιοριστικά μέτρα. «Η χώρα μας τα έχει καταφέρει πολύ καλά σε σχέση με άλλες και πιστεύουμε ότι θα συνεχιστεί αυτή η πορεία», σημείωσε.

Προκειμένου να ανακάμψει η ενεργειακή κατανάλωση στην Ελλάδα θα απαιτηθούν δύο χρόνια, όπως εκτίμησε ο Δρ. Ανδριοσόπουλος. «Δυστυχώς ο κορονοϊός μας πάει δύο χρόνια πίσω όσον αφορά στην ανάκαμψη της ενεργειακής δραστηριότητας στη χώρα μας», υπογράμμισε. 

Οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας

Ως προς τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, ο κ. Ανδριοσόπουλος σημείωσε ότι το α’ τετράμηνο του 2020 κατέγραψαν μεγάλη πτώση (τον Απρίλιο η μέση τιμή ήταν στα 27 ευρώ η μεγαβατώρα έναντι των 50 ή 60 ευρώ τα προηγούμενα χρόνια). Αναφερόμενος στη βιομηχανία, υποστήριξε ότι, σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι τιμές είναι αυξημένες. Αυτό συμβαίνει επειδή στην Ελλάδα χρησιμοποιείται διαφορετικό ενεργειακό μείγμα (δεν υπάρχουν π.χ πυρηνικά όπως στην Γαλλία), όπως εξήγησε. «Αναμένουμε ότι τα νούμερα θα είναι πεσμένα σε σχέση με προηγούμενα έτη και δεν διαβλέπουμε επάνοδο», εκτίμησε. 

Αισιοδοξία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας 

Συνεχίζοντας την ανάλυσή του ο Δρ. Ανδριοσόπουλος αναφέρθηκε στη διείσδυση των ΑΠΕ, όπου παρατηρήθηκε ανεπαίσθητη πτώση λόγω μικροκαθυστερήσεων που αφορούν σε νέα έργα τα οποία ίσως να πάνε πίσω κάποιους μήνες λόγω των περιοριστικών μέτρων χωρίς ωστόσο αυτό να δημιουργεί κάποιο εγγενές πρόβλημα, όπως εκτίμησε ενώ προέβλεψε ότι η κατάσταση θα επανέλθει από το 2021.
«Είναι αισιόδοξα τα νούμερα για τη διείσδυση των ΑΠΕ σε σχέση με ό,τι προβλέπει το ΕΣΕΚ» και εξέφρασε την εκτίμηση ότι μπορεί να υπάρξει επιτάχυνση καθώς νέοι μηχανισμοί θα εισέλθουν στην αγορά (target model) ενώ σημαντική σε αυτό το σκέλος θα είναι και η συνδρομή των τραπεζικών ιδρυμάτων. 

«Οι ΑΠΕ γενικότερα αναμένεται να συνεχίσουν να μπαίνουν στο σύστημα λόγω του χαμηλού λειτουργικού τους κόστους και της προτιμησιακής τους κατάστασης στο δίκτυο», σημείωσε ο Δρ. Ανδριοσοπουλος.