Ένα εξάμηνο αποδείχθηκε αρκετό για την Optima ώστε να καλύψει σχεδόν το 53% του αρχικού ετήσιου στόχου κερδοφορίας, οδηγώντας τη διοίκηση σε αναβάθμιση των εκτιμήσεών της για κέρδη, πιστωτική επέκταση και καταθέσεις.
Πλέον, η διοίκηση αναμένει καθαρά κέρδη άνω των 210 εκατ. ευρώ (δεν περιλαμβάνει το κόστος του κουπονιού του AT1), έναντι άνω των 195 εκατ. προηγουμένως και κατά 250 και 300 εκατ. ευρώ περίπου υψηλότερο δανειακό χαρτοφυλάκιο και καταθέσεις, αντιστοίχως. Κατά το δεύτερο τρίμηνο, η Optima υπερέβη τον πήχη των εκτιμήσεων, με τα επιτοκιακά έσοδα να φτάνουν τα 67,3 εκατ. ευρώ έναντι εκτίμησης για 66,3 εκατ. και τα έσοδα από προμήθειες στα 22,6 εκατ. έναντι 21 εκατ. ευρώ. Τα καθαρά κέρδη έφτασαν τα 56,3 εκατ. ευρώ, όταν αναλυτές έθεταν τον πήχη στα 52,6 εκατ. ευρώ. Η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων συνεχίζει να κινείται σε επίπεδα σαφώς υψηλότερα έναντι του κλάδου και του αναθεωρημένου guidance, διαμορφούμενη στο 27,23%.
Η τράπεζα κατέγραψε αύξηση του δανειακού υπολοίπου κατά 326 εκατ. ευρώ σε τριμηνιαία βάση, φτάνοντας έτσι τα 5,823 δισ. ευρώ στις 30 Ιουνίου 2026. Από τα δάνεια αυτά, ποσό 1,307 δισ. αφορούν το σκέλος της λιανικής της τράπεζας και τα υπόλοιπα είναι επιχειρηματικά. Όπως επισήμανε η διοίκηση ο Διευθύνων Σύμβουλος της Optima, κ. Δημήτρης Κυπαρίσσης, η Optima κάλυψε περίπου το 19% της συνολικής καθαρής πιστωτικής επέκτασης της εγχώριας αγοράς τους τελευταίους δώδεκα μήνες, επί συνολικής αύξησης 8,5 δισ. ευρώ, ενώ μόνο στο δεύτερο τρίμηνο αντιστοιχούσε περίπου στο 10% της συνολικής αύξησης των χορηγήσεων που υπολογίζεται κοντά στα 3,2 δισ. ευρώ.
Παράλληλα εξήγησε, ότι η ζήτηση δεν προέρχεται από έναν συγκεκριμένο κλάδο της οικονομίας. Αντίθετα, η επιβράδυνση που καταγράφεται στις χρηματοδοτήσεις του ενεργειακού κλάδου αντισταθμίζεται πλήρως από την αυξημένη δραστηριότητα σε real estate, κατασκευές και βιομηχανία, με τη διοίκηση να εκτιμά ότι η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας θα συνεχίσει να στηρίζει τη ζήτηση για νέα δάνεια και στο δεύτερο εξάμηνο. Ο αναθεωρημένος στόχος της Optima τοποθετεί την καθαρή πιστωτική επέκταση στα 1,3 δισ. ευρώ περίπου φέτος, ήτοι προς τα 6,5 δισ. δανειακό χαρτοφυλάκιο. Οι καταθέσεις αναμένεται να «ψηλώσουν» κατά 1,7 δισ. ευρώ φέτος (έναντι 1,4 προηγουμένως) φτάνοντας στα 8 δισ. ευρώ.
Η διοίκηση εμφανίστηκε αισιόδοξη για τη συνέχεια της χρονιάς, εκτιμώντας ότι το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο θα «τσιμπήσει» ελαφρώς υψηλότερα στο δεύτερο εξάμηνο (υψηλότερα κινήθηκε σε τριμηνιαία βάση). Η αύξηση του βασικού επιτοκίου τιμολόγησης, το οποίο εφαρμόζεται σε περισσότερο από το 95% του δανειακού χαρτοφυλακίου, θα αποτυπωθεί πλήρως στα αποτελέσματα του τρίτου και του τέταρτου τριμήνου. Παράλληλα, η διοίκηση δεν διαπιστώνει ουσιαστικές πιέσεις στα spreads, καθώς η περιορισμένη συμπίεσή τους αντισταθμίζεται από την υψηλότερη βάση τιμολόγησης.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο κ. Κυπαρίσσης, στην κεφαλαιακή ενίσχυση της τράπεζας. Πέραν της επιτυχημένης έκδοσης του πρώτου AT1, η οργανική παραγωγή κεφαλαίου κατά το δεύτερο τρίμηνο υπερέβη τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που δημιούργησε η πιστωτική επέκταση της περιόδου - ο δείκτης CET1 κινήθηκε ελαφρώς υψηλότερα σε τριμηνιαία βάση στο 11,83% από 11,76%. Έτσι, τα κέρδη τριμήνου ήταν επαρκή ώστε να χρηματοδοτήσουν πλήρως την αύξηση του δανειακού χαρτοφυλακίου.
Στο μέτωπο της ποιότητας του ενεργητικού, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Optima απέδωσε την αύξηση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε περιορισμένο αριθμό χρηματοδοτήσεων έργων στον κλάδο ενέργειας, τα οποία επηρεάστηκαν από περιορισμούς στην παραγωγή και χρειάστηκε να αναπροσαρμόστουν τα χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής τους, ενεργοποιώντας τα κριτήρια ταξινόμησης ως Unlikely to Pay (UTP).
Στο σκέλος των προμηθειών, ο κ. Κυπαρίσσης εκτίμησε ότι η καθαρή απόδοση προμηθειών μπορεί να διατηρηθεί πέριξ του 1%, με ενδεχόμενες υπερβάσεις να προέρχονται από την ολοκλήρωση μεγάλων συναλλαγών στο investment banking. Όπως επισημάνθηκε, η Optima συμμετέχει σχεδόν στο σύνολο των σημαντικών συναλλαγών της εγχώριας αγοράς, αποσπώντας μερίδιο που συχνά υπερβαίνει το μέγεθός της.



