Υπό πίεση εξακολουθεί να βρίσκεται η ελληνική επιχειρηματικότητα, στη σκιά της έντονης αβεβαιότητας που κυριαρχεί διεθνώς και ενώ μια σειρά από προκλήσεις εξακολουθούν να αποτελούν τροχοπέδη σε κάθε σημαντική προσπάθεια ανάπτυξης. Όπως είναι φυσικό, οι πιέσεις είναι εντονότερες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αρκετές από τις οποίες διασφαλίζουν με μεγάλη προσπάθεια τη βιωσιμότητά τους.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της δεύτερης έκδοσης της έρευνας επιχειρηματικότητας της EY Ελλάδος, EY Entrepreneurship Barometer Ελλάδα 2026 που παρουσιάστηκε χθες, οι Έλληνες και Ελληνίδες επιχειρηματίες παραμένουν συγκρατημένα αισιόδοξοι και προγραμματίζουν προσλήψεις και επενδύσεις, ωστόσο προβληματίζονται για το νομικό και κανονιστικό πλαίσιο που διέπει το επιχειρείν, τις ελλείψεις καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού και το κόστος εργασίας.
Σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά, εμφανίζονται λιγότερο αισιόδοξοι για τη συνολική πορεία του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Ωστόσο, το επίπεδο αισιοδοξίας τους εξακολουθεί να υπερβαίνει τον μέσο όρο των χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα. Παράλληλα, παρά τις προσπάθειες ψηφιοποίησης του δημόσιου τομέα, η γραφειοκρατία και η πολυπλοκότητα του ρυθμιστικού περιβάλλοντος (78%) αναδεικνύονται ως το πιο σημαντικό εμπόδιο για την επιχειρηματικότητα στη χώρα.
Πρόθεση επενδύσεων και προσλήψεων
Όσον αφορά στα επενδυτικά τους σχέδια, οι Έλληνες επιχειρηματίες δηλώνουν μεγαλύτερη προθυμία να επενδύσουν μέσα στους επόμενους 12 μήνες, σε σχέση με τους επιχειρηματίες των υπόλοιπων χωρών της έρευνας. Το ενδιαφέρον τους στρέφεται, κυρίως, σε βραχυπρόθεσμες επενδύσεις που σχετίζονται με τον ψηφιακό μετασχηματισμό, όπως οι αναβαθμίσεις ή νέες εφαρμογές πληροφοριακών συστημάτων και λογισμικού (63%). Η χρηματοδότηση των επενδύσεων προέρχεται, κυρίως, από ίδιους πόρους, με το 66% των επιχειρήσεων να βασίζονται στην επανεπένδυση κερδών και ιδίων κεφαλαίων.
Παρότι δε οι προοπτικές ενίσχυσης της απασχόλησης παραμένουν θετικότερες σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα, καταγράφεται μεγαλύτερη συγκράτηση σε σχέση με το 2025. Η πρόθεση για προσλήψεις περισσότερων εργαζόμενων πλήρους απασχόλησης εξακολουθεί να κυριαρχεί (53%), ενώ ενισχύεται και το ενδιαφέρον για συνεργασία με εξωτερικούς συνεργάτες, το οποίο ανέρχεται στο 20%, από 14% το 2025. Η ανεύρεση ταλέντου με απαραίτητες δεξιότητες αποτελεί την κυριότερη δυσκολία κατά την πρόσληψη εργαζόμενων για το 69% των ερωτηθέντων, ενώ ως σημαντικότερη πρόκληση στη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού για το 2026 αναδεικνύεται το εργατικό κόστος και η προσφορά ανταγωνιστικών αμοιβών και παροχών, σύμφωνα με το 52% (45% το 2025).
Μεγάλο ενδιαφέρον για καινοτομία, μικροί προϋπολογισμοί για τεχνητή νοημοσύνη
Την ίδια στιγμή, οι επιχειρηματίες στη χώρα μας αναγνωρίζουν τον καθοριστικό ρόλο της καινοτομίας στην ανάπτυξη των επιχειρήσεών τους και εμφανίζονται πιο πρόθυμοι να ενσωματώσουν σύγχρονες τεχνολογίες, σε σύγκριση με άλλες χώρες του δείγματος. Ειδικότερα, το 83% αναφέρουν αυξημένη αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης και της μηχανικής μάθησης κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο, έναντι 76% στο συνολικό δείγμα της έρευνας. Οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και σε άλλες ψηφιακές τεχνολογίες παραμένουν περιορισμένες, με τρεις στους πέντε επιχειρηματίες να αναφέρουν ότι τα τελευταία τρία χρόνια είτε επένδυσαν έως 25.000 ευρώ (39%), είτε δεν πραγματοποίησαν καμία σχετική επένδυση (20%). Παρόλα αυτά, ιδιαίτερα ενθαρρυντική είναι η βελτίωση κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες του συνολικού ποσοστού (18%) όσων δήλωσαν ότι έχουν επενδύσει από 100.001 έως 250.000 ευρώ (8% από 5% το 2025) και πάνω από 250.000 ευρώ (10% από 5% το 2025).
Σύμφωνα με την Ευτυχία Κασελάκη, εταίρο της EY Ελλάδος, επικεφαλής του τομέα EY Private στην Ελλάδα και επικεφαλής Organization, Change and People Consulting «οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι που δημιουργεί το σημερινό ρευστό παγκόσμιο περιβάλλον, σε συνδυασμό με την ανάγκη μετάβασης της οικονομίας μας σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Σήμερα, καλούνται να προχωρήσουν ακόμη πιο δυναμικά στον μετασχηματισμό τους και να επενδύσουν σε τεχνητή νοημοσύνη και ανθρώπινη ευφυΐα, αλλά και σε ευέλικτες δομές που διευκολύνουν την καινοτομία, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητά τους».
Η χώρα χρειάζεται business plan
«Ως επιχειρηματίες έχουμε την τάση να είμαστε γκρινιάρηδες. Αλλά αν δούμε που είμαστε σήμερα σε σχέση με 10-20 χρόνια πίσω, θα καταλάβουμε πόσο έχει βελτιωθεί το επιχειρηματικό περιβάλλον», δήλωσε από πλευρά του ο Βασίλης Κάτσος, επικεφαλής της VNK Capital. Σύμφωνα δε με τον ίδιο, η χώρα αυτή τη στιγμή χρειάζεται ένα business plan. Πρέπει να δούμε τι θέλουμε, τι δεν θέλουμε, που πάμε, καθώς η λογική της μαζικής ανάπτυξης δεν μπορεί να εφαρμόζεται πάντα».
«Ότι ξεκίνησε στη ζωή μου, ξεκίνησε από τη διάθεση για δημιουργία. Ωστόσο στην Ελλάδα έχουμε έντονη την επιχειρηματικότητα από ανάγκη», τόνισε με τη σειρά του ο επικεφαλής του ομίλου Quest, Θεόδωρος Φέσσας, για να επισημάνει πως τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα έχουν αλλάξει νοοτροπίες, σπουδές, χρηματοδοτικά εργαλεία αλλά όχι αρκετά. Οι παθογένειες της οικονομίας παραμένουν».
Τέσσερα «εμπόδια» φρενάρουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Την ίδια στιγμή, νέα έρευνα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου της Αθήνας (ΒΕΑ), η οποία πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την KPMG, καταγράφει την πραγματική εικόνα που βιώνουν σήμερα οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις της χώρας.
Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν μια αγορά που εξακολουθεί να λειτουργεί υπό συνθήκες έντονης πίεσης, παρά τη βελτίωση βασικών οικονομικών δεικτών. Το αυξημένο λειτουργικό κόστος, η φορολογική επιβάρυνση, η γραφειοκρατία, η δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδότηση και η έλλειψη κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού συνθέτουν ένα περιβάλλον που περιορίζει την ανταγωνιστικότητα και τις αναπτυξιακές δυνατότητες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Η έρευνα αναδεικνύει ως κορυφαία πρόκληση το αυξημένο κόστος λειτουργίας. Το 65% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι η αύξηση των τιμών στις πρώτες ύλες αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα επιβάρυνσης, ενώ το 51% αναφέρει το ενεργειακό κόστος ως βασική πηγή πίεσης.
Παράλληλα, το 69% των επιχειρήσεων καταγράφει σημαντική αύξηση του κόστους πρώτων υλών την τελευταία διετία, ενώ το 71% αναφέρει ότι αδυνατεί να μετακυλήσει τις αυξήσεις του κόστους στον τελικό καταναλωτή, γεγονός που οδηγεί σε συνεχή συμπίεση των περιθωρίων κέρδους.
Το 65% θεωρεί ότι το ενεργειακό κόστος επηρεάζει καθοριστικά τη βιωσιμότητα της επιχείρησής του, ενώ το 54% δηλώνει ότι έχει αναγκαστεί να περιορίσει την παραγωγή ή τη λειτουργία της επιχείρησής του λόγω της ενεργειακής επιβάρυνσης.
Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν ότι η ακρίβεια και οι πληθωριστικές πιέσεις εξακολουθούν να αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα ανησυχίας για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.
Ιδιαίτερα έντονο εμφανίζεται και το πρόβλημα της γραφειοκρατίας και των διοικητικών βαρών, με το 74% των επιχειρήσεων να δηλώνει ότι η γραφειοκρατία επηρεάζει σημαντικά ή πολύ σημαντικά την καθημερινή λειτουργία τους.
Επιπλέον, το 34% αφιερώνει περισσότερες από δέκα ώρες κάθε μήνα για την εκπλήρωση διοικητικών και κανονιστικών υποχρεώσεων, ενώ μόλις το 13% αξιολογεί ως ιδιαίτερα αποτελεσματικές τις βασικές ψηφιακές πλατφόρμες του Δημοσίου. Σημαντικά εμπόδια καταγράφονται και στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση, με το 77% των επιχειρήσεων να θεωρεί δύσκολη την πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία και τραπεζικό δανεισμό.
Παράλληλα, το 62% των επιχειρήσεων αναζήτησε τραπεζική χρηματοδότηση τα τελευταία δύο χρόνια, ενώ από αυτούς, το 27% είδε το αίτημά του να απορρίπτεται. Οι κυριότεροι λόγοι που αναφέρονται είναι τα υψηλά επιτόκια, τα αυστηρά πιστοδοτικά κριτήρια και οι χρονοβόρες διαδικασίες έγκρισης.
Οι επιχειρήσεις ζητούν ευκολότερη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση, καλύτερη ενημέρωση για προγράμματα ενίσχυσης και επιδοτήσεις, καθώς και τη δημιουργία χρηματοδοτικών εργαλείων προσαρμοσμένων στις ανάγκες των μικρών επιχειρήσεων.
Ένα ακόμη κρίσιμο εύρημα της έρευνας αφορά στο ανθρώπινο δυναμικό. Το 74% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι αντιμετωπίζει έλλειψη κατάλληλου προσωπικού. Το 62% αναφέρει ότι η έλλειψη προσωπικού επηρεάζει την παραγωγική δυνατότητα και την ανάπτυξη της επιχείρησης, ενώ το 79% έχει αναγκαστεί να περιορίσει δραστηριότητες λόγω δυσκολίας εύρεσης εργαζομένων. Για το 51% των επιχειρήσεων το πρόβλημα συνδέεται με τη χαμηλή διαθεσιμότητα προσωπικού, ενώ για το 30% με την έλλειψη εξειδικευμένων δεξιοτήτων.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν την ανάγκη για ισχυρότερη σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, προγράμματα κατάρτισης και επανεκπαίδευσης, καθώς και πρωτοβουλίες που θα ενισχύσουν την προσέλκυση νέων στα τεχνικά επαγγέλματα.



